Ένας φίλος σας μιλά για τις δυσκολίες στη σχέση του. Ένας συνάδελφος περιγράφει το πρόβλημά του στη δουλειά. Ένα αγαπημένο πρόσωπο μοιράζεται τον φόβο ή την απογοήτευσή του. Εσείς ακούτε, συμβουλεύετε, προσπαθείτε να βρείτε λύσεις και όταν οι συζητήσεις τελειώνουν, αισθάνεστε σαν να έχετε περάσει οι ίδιοι όλα όσα μόλις ακούσατε.
Οι απαιτητικές συζητήσεις είναι αναμενόμενο να μας επηρεάζουν. Η συναισθηματική εξάντληση, όμως, δεν προκύπτει πάντα μόνο από το βάρος όσων μοιράστηκαν μαζί μας. Μπορεί να ενισχύεται από τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε. Όταν αναζητούμε αμέσως λύσεις, συνδέουμε κάθε εμπειρία με τη δική μας ζωή ή αισθανόμαστε υπεύθυνοι για το τι θα συμβεί στη συνέχεια, παύουμε να ακούμε πραγματικά και φορτωνόμαστε ένα βάρος που μας καταπονεί.
Ο εγκέφαλος αναζητά αυτόματα συνδέσεις
Όταν κάποιος αρχίζει να περιγράφει μια δύσκολη εμπειρία, καταφεύγουμε αυθόρμητα σε σκέψεις, όπως «Μου έχει συμβεί κι εμένα», «Ξέρω τι πρέπει να κάνει», «Θα του πω τι βοήθησε εμένα», «Αυτό μου θυμίζει…». Η αντίδραση αυτή δεν σημαίνει ότι είμαστε κακοί ακροατές. Σύμφωνα με τη νευροεπιστήμη, οι αναμνήσεις μας δεν αποθηκεύονται ως απομονωμένα αρχεία. Οργανώνονται σε δίκτυα, με αποτέλεσμα όταν μαθαίνουμε κάτι νέο, ο εγκέφαλος να ενεργοποιεί αυτόματα παρόμοιες εμπειρίες, συναισθήματα και γνώσεις.
Αυτές οι συνδέσεις μάς βοηθούν να κατανοούμε τους άλλους και αποτελούν μέρος της ενσυναίσθησης. Το πρόβλημα ξεκινά όταν θεωρούμε ότι η πρώτη σκέψη που εμφανίστηκε στο μυαλό μας είναι και η απάντηση που χρειάζεται ο συνομιλητής μας. Χωρίς να το καταλάβουμε, σταματάμε να ακούμε και αρχίζουμε να σχολιάζουμε, να συγκρίνουμε ή να σχεδιάζουμε την επόμενη συμβουλή μας.
Άλλο ταυτίζομαι, άλλο ακούω
Όταν μοιραζόμαστε μια προσωπική εμπειρία, μπορεί πράγματι να βοηθήσουμε τον συνομιλητή μας να νιώσει λιγότερο μόνος. Όταν όμως, σπεύδουμε να πούμε «ξέρω ακριβώς πώς νιώθεις, μου είχε συμβεί κι εμένα», μπορεί άθελά μας να αλλάξουμε τη συζήτηση προτού καταφέρει να ολοκληρώσει όσα θέλει να πει. Έτσι μπορεί να νιώσει ότι δεν τον ακούμε πραγματικά.
Αντί λοιπόν να πούμε την δική μας ιστορία, μπορούμε να πούμε:
- «Πώς ήταν αυτό για σένα;»
- «Τι σε δυσκολεύει περισσότερο;»
- «Θέλεις απλώς να σε ακούσω ή να σκεφτούμε μαζί τι μπορείς να κάνεις;»
Η τελευταία ερώτηση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Ξεκαθαρίζει αν ο συνομιλητής σας αναζητά συμβουλή, πρακτική βοήθεια ή απλώς έναν ασφαλή χώρο για να εκφραστεί.
Όταν η ανάγκη να βοηθήσουμε κρύβει την ανάγκη για έλεγχο
Το να βλέπουμε έναν άνθρωπο να δυσκολεύεται μπορεί να μας προκαλέσει έντονη αμηχανία. Θέλουμε να κάνουμε κάτι, να διορθώσουμε την κατάσταση, να αποδείξουμε ότι είμαστε χρήσιμοι ή να βεβαιωθούμε ότι είπαμε τη «σωστή» κουβέντα.
Έτσι, μπορεί να προσφέρουμε λύσεις πριν κατανοήσουμε πλήρως το πρόβλημα. Καθησυχάζουμε τον άλλον λέγοντας «όλα θα πάνε καλά», ενώ εκείνος χρειάζεται πρώτα να εκφράσει ότι αυτό που περνά είναι δύσκολο. Τον πιέζουμε να προχωρήσει επειδή εμείς δυσκολευόμαστε να παραμείνουμε κοντά στον πόνο του.
Οι προθέσεις μας είναι συχνά καλές. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που μοιάζει με βοήθεια μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο να ανακουφίσουμε τη δική μας δυσφορία. Η πραγματική στήριξη δεν σημαίνει ότι δεν θα προτείνουμε ποτέ λύσεις. Σημαίνει όμως ότι δεν θα βιαστούμε.
Σε κάθε συνομιλία συμβαίνουν δύο συζητήσεις
Η μία συζήτηση εκτυλίσσεται μπροστά μας και περιλαμβάνει όσα λέει και αισθάνεται ο συνομιλητής μας. Η δεύτερη πραγματοποιείται μέσα στο μυαλό μας, οι αναμνήσεις που αναδύονται, οι απόψεις μας, η ανάγκη να απαντήσουμε, οι φόβοι και οι λύσεις που ήδη σχεδιάζουμε.
Ενεργητική ακρόαση και παρουσία σημαίνει να αντιλαμβανόμαστε αυτή τη δεύτερη συζήτηση χωρίς να της επιτρέπουμε να αντικαταστήσει την πρώτη. Μπορούμε να παρατηρήσουμε τη σκέψη και να επιλέξουμε να περιμένουμε λίγο ακόμη. Αυτή η μικρή παύση αλλάζει τη δυναμική.
Ο συνομιλητής μας νιώθει ότι πραγματικά τον ακούν κι εμείς, παράλληλα, αποφεύγουμε να αναλάβουμε την ευθύνη και το βάρος μιας εμπειρίας και μιας απόφασης που δεν μας ανήκει.
Για συζητήσεις χωρίς εξάντληση
Την επόμενη φορά που κάποιος μοιράζεται κάτι δύσκολο, παρατηρήστε πρώτα τι συμβαίνει μέσα σας. Εμφανίστηκε μια ανάμνηση; Μια έτοιμη συμβουλή; Η ανάγκη να τον κάνετε να αισθανθεί αμέσως καλύτερα; Δεν χρειάζεται να διώξετε αυτές τις σκέψεις. Μπορείτε να τις αφήσετε απλώς να περιμένουν. Στη συνέχεια:
- Ακούστε μέχρι ο συνομιλητής σας να ολοκληρώσει, χωρίς να σχεδιάζετε την απάντησή σας.
- Αναγνωρίστε πρώτα το συναίσθημά του και μετά αναζητήστε λύσεις.
- Ρωτήστε τι χρειάζεται από εσάς.
- Αποφύγετε να υποσχεθείτε ότι θα διορθώσετε κάτι που δεν μπορείτε να ελέγξετε.
- Μετά τη συζήτηση, θυμίστε στον εαυτό σας ποιο κομμάτι σάς ανήκει και ποιο όχι.
Φυσικά, υπάρχουν συζητήσεις που είναι πραγματικά δύσκολες, ιδιαίτερα όταν επαναλαμβάνονται συχνά ή όταν ο συνομιλητής περιμένει από εμάς διαρκή συναισθηματική υποστήριξη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η παρουσία χρειάζεται να συνοδεύεται και από όρια.
Μπορούμε να νοιαζόμαστε βαθιά χωρίς να γινόμαστε υπεύθυνοι για τη διάθεση, τις αποφάσεις και τη ζωή των άλλων. Μπορούμε να ακούμε χωρίς να απορροφούμε και να υποστηρίζουμε χωρίς να «σώζουμε».
vita.gr









