Το να μη μας συμπαθούν όλοι είναι αναπόφευκτο. Παρ’ όλα αυτά, για ορισμένους ανθρώπους η απόρριψη μπορεί να μοιάζει πολύ επώδυνη. Ένα σχόλιο, μια αλλαγή στον τόνο της φωνής, μια ψυχρή απάντηση σε μήνυμα ή η πληροφορία ότι κάποιος «δεν μας πάει» μπορεί να πυροδοτήσει έναν ολόκληρο κύκλο σκέψεων: Μήπως είπα κάτι λάθος; Μήπως τον ενόχλησα; Τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά; Και το παράδοξο είναι ότι αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη και όταν ούτε εμείς συμπαθούμε ιδιαίτερα τον συγκεκριμένο άνθρωπο.
Γιατί η απόρριψη μας επηρεάζει τόσο;
Η απάντηση μπορεί να έχει λιγότερη σχέση με το ποιος μας απορρίπτει και περισσότερο με το τι σημαίνει για εμάς αυτή η απόρριψη.
Η ανάγκη να ανήκουμε και να δημιουργούμε σταθερούς κοινωνικούς δεσμούς θεωρείται θεμελιώδες ανθρώπινο κίνητρο. Ήδη από τη δεκαετία του 1990, οι ψυχολόγοι Roy Baumeister και Mark Leary υποστήριξαν ότι η ανάγκη για αποδοχή και σύνδεση αποτελεί βασικό μέρος της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Η απόρριψη, επομένως, δεν είναι πάντα απλώς μια δυσάρεστη κοινωνική εμπειρία. Για κάποιους ανθρώπους μπορεί να αγγίζει πολύ βαθύτερες ευαισθησίες.
Έρευνα των Geraldine Downey και Scott Feldman έχει συνδέσει τις δύσκολες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας με μεγαλύτερη ευαισθησία στην απόρριψη αργότερα στη ζωή – δηλαδή με την τάση να περιμένουμε, να αντιλαμβανόμαστε και να αντιδρούμε έντονα σε πιθανή απόρριψη.
Απόρριψη: Μερικές φορές δεν θέλουμε απλώς να μας συμπαθούν
Όταν κάποιος δεν μας συμπαθεί, μπορεί λογικά να γνωρίζουμε ότι αυτό δεν αποτελεί καταστροφή. Δεν αλλάζει ποιοι είμαστε και δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάναμε κάτι λάθος. Ωστόσο, αν έχουμε μάθει να συνδέουμε την αποδοκιμασία με τον κίνδυνο απώλειας μιας σχέσης ή της αποδοχής, το νευρικό μας σύστημα μπορεί να αντιδρά πολύ πιο έντονα.
Με άλλα λόγια, μερικές φορές δεν προσπαθούμε τόσο να μας συμπαθούν όσο να νιώσουμε ασφαλείς.
Γι’ αυτό και η συμβουλή «μη σε νοιάζει τι σκέφτονται οι άλλοι» συχνά δεν αρκεί. Αν μπορούσαμε απλώς να σταματήσουμε να το σκεφτόμαστε, πιθανότατα θα το είχαμε ήδη κάνει.
Το ατελείωτο «μήπως έκανα κάτι;»
Η ευαισθησία στην απόρριψη μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε υπερανάλυση. Ξαναδιαβάζουμε παλιά μηνύματα, αναπαράγουμε συζητήσεις στο μυαλό μας ή προσπαθούμε να εντοπίσουμε τη στιγμή που «κάτι χάλασε».
Το πρόβλημα είναι ότι με αυτόν τον τρόπο προσπαθούμε να αποκτήσουμε έλεγχο πάνω σε κάτι που δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως: τη γνώμη ενός άλλου ανθρώπου για εμάς.
Και κάποιος μπορεί να μη μας συμπαθεί χωρίς να έχουμε κάνει κάτι κακό. Μπορεί απλώς να μη μας ταιριάζει, να βλέπει διαφορετικά τα πράγματα ή να έχει σχηματίσει μια άποψη που δεν μπορούμε –και δεν χρειάζεται– να αλλάξουμε.
Η ερώτηση που μπορεί να βοηθήσει
Την επόμενη φορά που θα πιάσετε τον εαυτό σας να σκέφτεται ξανά και ξανά αν κάποιος σας συμπαθεί, αναρωτηθείτε:
«Με απασχολεί πραγματικά η γνώμη αυτού του ανθρώπου ή με φοβίζει αυτό που σημαίνει για μένα η απόρριψή του;»
Η απάντηση μπορεί να αποκαλύψει ότι πίσω από την ανάγκη για αποδοχή βρίσκεται στην πραγματικότητα ο φόβος ότι θα απορριφθούμε, θα εγκαταλειφθούμε ή θα μείνουμε μόνοι. Και όταν καταλάβουμε τι είναι αυτό που πραγματικά μας φοβίζει, μπορούμε να ασχοληθούμε με εκείνο αντί να περνάμε ώρες προσπαθώντας να βρούμε τι «κάναμε λάθος».
Το πιο απλό – αλλά ίσως το πιο δύσκολο– συμπέρασμα είναι το εξής: μπορούμε να είμαστε καλοί άνθρωποι και παρ’ όλα αυτά κάποιος να μη μας συμπαθεί. Και μπορούμε να είμαστε απολύτως καλά και χωρίς την έγκρισή του.
vita.gr









