«Κι αν είχα επιλέξει διαφορετικά;», «Κι αν δεν είχα διστάσει;», «Κι αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί αλλιώς;». Όλοι επιστρέφουμε κάποιες φορές σε αποφάσεις, σχέσεις και στιγμές του παρελθόντος, αναζητώντας μια εκδοχή της ζωής που δεν συνέβη. Αυτές οι σκέψεις μπορεί να εμφανίζονται ξανά και ξανά, ιδιαίτερα όταν νιώθουμε ότι κάτι δεν έχει εκπληρωθεί.

Οι υποθετικές ερωτήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε μια εμπειρία ή να μάθουμε από αυτή. Όταν, όμως, επαναλαμβάνονται ασταμάτητα χωρίς να οδηγούν κάπου, δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο. Το μυαλό ανασυνθέτει το παρελθόν, σχεδιάζει ιδανικές εναλλακτικές και μας απομακρύνει από τη μοναδική στιγμή στην οποία μπορούμε πραγματικά να δράσουμε, το παρόν.

Όταν το «κι αν» κυριαρχεί στις σκέψεις

Οι σκέψεις γύρω από όσα θα μπορούσαν να είχαν συμβεί κρύβουν μια ιδιαίτερη παγίδα. Συνήθως δεν φανταζόμαστε απλώς μια διαφορετική εξέλιξη, αλλά μια σαφώς καλύτερη. Στο υποθετικό μας σενάριο πήραμε τη σωστή απόφαση, αποφύγαμε την απογοήτευση και φτάσαμε σε ένα μέλλον πιο φωτεινό από τη σημερινή πραγματικότητα.

Η σύγκριση όμως είναι εξαρχής άνιση. Από τη μία έχουμε την πραγματική ζωή, με τις δυσκολίες και τις ατέλειές της και από την άλλη μια εξιδανικευμένη ιστορία που δεν δοκιμάστηκε ποτέ στην πράξη. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι άλλο θα είχε αλλάξει, ποιες νέες δυσκολίες θα είχαν εμφανιστεί ή εάν η εναλλακτική διαδρομή θα ήταν πράγματι καλύτερη.

Όσο περισσότερο επενδύουμε σε αυτή τη φανταστική εκδοχή, τόσο περισσότερο το παρελθόν επισκιάζει το παρόν. Και μαζί μπορεί να έρθει η πικρία, η αίσθηση αδικίας και το παράπονο για μια ζωή που πιστεύουμε ότι χάσαμε. Την ίδια στιγμή, μειώνεται η διάθεσή μας να κάνουμε όσα θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη ζωή που έχουμε.

Από το «what if» στο «what is»

Η ερώτηση «τι ισχύει τώρα;» στρέφει την προσοχή από το υποθετικό στο πραγματικό. Μας καλεί να δούμε τις συνθήκες, τις ανάγκες και τις δυνατότητές μας, αναγνωρίζοντας τόσο όσα μπορούν να αλλάξουν όσο και εκείνα που δεν βρίσκονται πλέον στον έλεγχό μας.

Η αποδοχή του παρελθόντος δεν σημαίνει ότι πρέπει να το δικαιολογήσουμε, να το ωραιοποιήσουμε ή να ξεχάσουμε όσα μας πλήγωσαν. Σημαίνει ότι παύουμε να του ζητάμε να γίνει κάτι διαφορετικό. Μπορούμε έτσι να κρατήσουμε τα μαθήματα, να αναγνωρίσουμε τα λάθη και τις επιτυχίες μας και να χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία ως γνώση για την επόμενη επιλογή.

Η στάση αυτή δεν σημαίνει ότι θα έχουμε όλες τις απαντήσεις από τώρα. Μας θυμίζει, όμως, ότι οι προθέσεις, η προσπάθεια και οι καθημερινές μας πράξεις εξακολουθούν να μας ανήκουν. Εξάλλου κάθε μελλοντική αλλαγή χρειάζεται, αναπόφευκτα, να περάσει μέσα από το παρόν.

Τρεις ερωτήσεις που μας επαναφέρουν στο τώρα

Όταν ένα «κι αν» αρχίζει να γίνεται επίμονο, μπορούμε να αναρωτηθούμε: «Τι συμβαίνει πραγματικά αυτή τη στιγμή;», «Ποιο μέρος της κατάστασης μπορώ να επηρεάσω;» και «Ποιο είναι το μικρότερο βήμα που μπορώ να κάνω σήμερα;».

Στην καρδιά αυτής της μετατόπισης βρίσκεται και η ευγνωμοσύνη, όχι ως υποχρέωση να βλέπουμε τα πάντα θετικά, αλλά ως ικανότητα να αναγνωρίζουμε όσα εξακολουθούν να υπάρχουν δίπλα σε όσα χάθηκαν. Το «κι αν» δεν χρειάζεται πάντα απάντηση. Μερικές φορές αρκεί να το αφήσουμε στην άκρη, για να δώσουμε ξανά χώρο στη ζωή που εκτυλίσσεται τώρα.


vita.gr