Το άγχος είναι το πιο συχνά αναφερόμενο πρόβλημα υγείας που σχετίζεται με την εργασία, επηρεάζοντας ένα πολύ μεγάλο αριθμό εργαζομένων στην Ευρώπη των 27, ενώ ο αριθμός των ατόμων που πάσχουν από παθήσεις σχετικές με το άγχος, οι οποίες προκαλούνται ή επιδεινώνονται από την εργασία, έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια.
Οι εταιρείες στην Ευρώπη δαπάνησαν περίπου 19,6 δισεκατομμύρια δολάρια (16,9 δισεκατομμύρια ευρώ) το 2023 σε πρωτοβουλίες ευεξίας στον χώρο εργασίας – που κυμαίνονται από πρωτοβουλίες ενσυνειδητότητας και διαχείρισης του στρες έως ατομική καθοδήγηση ψυχικής υγείας.
Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι αυτά τα προγράμματα συχνά αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν τα διαρθρωτικά ζητήματα που είναι γνωστά ως ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι: εργασιακή καταπόνηση, πολλές ώρες εργασίας, εργασιακή ανασφάλεια, έλλειψη αναγνώρισης και εκφοβισμός – για να μην αναφέρουμε τις γενικές οικονομικές και τεχνολογικές αλλαγές που αναδιαμορφώνουν την ίδια την εργασία.
Νέα μελέτη αναφέρει ότι οι μισοί σχεδόν εργαζόμενοι στην Ευρώπη βρίσκονται αντιμέτωποι με κινδύνους που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ψυχική τους υγεία. Η Ευρώπη, σύμφωνα με την συγκεκριμένη μελέτη θα πρέπει να δράσει άμεσα για να μην φτάσει η εργασία να γίνεται η αιτία να αρρωσταίνουν οι άνθρωποι.
Ψυχική υγεία και εργασία στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα χιλιάδες εργαζόμενοι σε καθημερινή βάση βιώνουν ένα εργασιακό περιβάλλον με έντονο άγχος και στρες.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 73% εργάζεται υπό αυστηρά χρονοδιαγράμματα, ενώ το 87% αναφέρει πως βρίσκεται συχνά ή μόνιμα σε συνθήκες άγχους. Παράλληλα, περισσότεροι από τους μισούς εργαζόμενους (51%) εκτιμούν ότι η ψυχολογική επιβάρυνση επηρεάζει αρνητικά την προσωπική και κοινωνική τους ζωή.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, ιδιαίτερα υψηλά εμφανίζονται τα ποσοστά άγχους σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Στους εργαζόμενους ηλικίας 17 έως 34 ετών, το 47% δηλώνει ότι βιώνει πίεση «πάντα» ή «τις περισσότερες φορές».
Το ποσοστό αυξάνεται στο 50% για την ομάδα 35-54 ετών και φτάνει το 53% στους εργαζόμενους άνω των 55 ετών. Αντίστοιχα, το 57% των ατόμων ηλικίας 35-54 ετών και το 52% των άνω των 55 ετών αναφέρουν ότι η εργασιακή πίεση επηρεάζει ουσιαστικά τη ζωή τους εκτός εργασίας.
Η έρευνα καταδεικνύει ακόμη ότι όσο μεγαλύτερη είναι μια επιχείρηση, τόσο αυξάνεται και η πίεση που βιώνουν οι εργαζόμενοι. Στις μικρές επιχειρήσεις το ποσοστό εργασιακής πίεσης φτάνει το 65%, ενώ στις επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους αγγίζει το 84%. Παράλληλα, το 62% των εργαζομένων σε μεγάλες επιχειρήσεις δηλώνει ότι η εργασία επηρεάζει αρνητικά την προσωπική του ζωή.
Νέα μελέτη για το στρες και την ψυχική υγεία των εργαζομένων
Μια νέα μελέτη ισχυρίζεται ότι δείχνει την κλίμακα των ψυχοκοινωνικών κινδύνων, του στρες και της ψυχικής υγείας των εργαζομένων.
Τα ευρήματα δημοσιοποιήθηκαν λίγο πριν από την ψηφοφορία της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (EMPL) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, το άγχος και την ψυχική υγεία στην εργασία.
Η «μοναδική» χαρτογράφηση πραγματοποιήθηκε και στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ και αποκαλύπτει αυτό που αποκαλεί κάποιος «σημαντικές διαφορές» στις εθνικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση του ζητήματος.
Υπάρχουν, συνεχίζει, «άνισα επίπεδα» προστασίας των εργαζομένων, ένα πρόβλημα που «ενισχύει» την ανάγκη για μια κοινή προληπτική προσέγγιση σε επίπεδο ΕΕ.
Τα καλά νέα είναι ότι η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών έχει ήδη θεσπίσει νομοθεσία για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
«Αυξανόμενο πρόβλημα οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι στην εργασία»
Η έκθεση έχει τίτλο «Χαρτογράφηση των εθνικών νομοθεσιών, των συλλογικών συμβάσεων και της νομολογίας σχετικά με τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που σχετίζονται με την εργασία, τον εκφοβισμό στον χώρο εργασίας και το εργασιακό άγχος στην ΕΕ27».
Διεξήχθη από το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Συνδικάτων, το ανεξάρτητο κέντρο έρευνας και κατάρτισης της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων.
Η έρευνα συντάχθηκε από την Aude Cefaliello, Ανώτερη Ερευνήτρια του ETUI και διεξήχθη μαζί με τους συναδέλφους της, Aditya Jain και Stavroula Leka.
Η Cefaliello δήλωσε: «Δεν είναι η έλλειψη δράσης που δικαιολογεί μια πρωτοβουλία της ΕΕ, αλλά μάλλον ο κατακερματισμένος χαρακτήρας αυτής της δράσης και τα άνισα επίπεδα προστασίας που προκύπτουν από αυτήν».
Η έκθεση αναφέρει: «Οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι στην εργασία αποτελούν ένα σημαντικό και αυξανόμενο πρόβλημα επαγγελματικής υγείας.
«Σχεδόν το 45% των εργαζομένων στην ΕΕ αναφέρουν ότι εκτίθενται σε κινδύνους στην εργασία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά την ψυχική τους υγεία και σχεδόν το ένα τρίτο βιώνουν στρες, κατάθλιψη ή άγχος που συνδέεται με την εργασία.»
Απαιτείται επειγόντως δράση
Αυτό που καθιστά τη χαρτογράφηση του ETUI «μοναδική», λένε οι συγγραφείς, είναι ότι εξετάζει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο ορίζονται, ρυθμίζονται και προλαμβάνονται οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με την εργασία σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά και τον ρόλο που διαδραματίζουν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και τα δικαστήρια σε περιπτώσεις όπου τα νομοθετικά πλαίσια είναι ελλιπή.
Αναφέρει ότι η Ευρώπη «δεν ξεκινά από το μηδέν – αλλά απαιτείται επειγόντως δράση».
Τα ευρήματα βασίζονται σε εκείνα της Σύντομης Έκθεσης Πολιτικής του ETUI που δημοσιεύθηκε την άνοιξη.
Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η ώρα για μια συνεκτική και δεσμευτική προσέγγιση της ΕΕ στην πρόληψη των ψυχοκοινωνικών κινδύνων είναι τώρα. Τονίζει ότι οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι στην εργασία δεν θα πρέπει να περιορίζονται σε ένα μεμονωμένο ζήτημα ψυχικής υγείας: πρέπει να προλαμβάνονται στην πηγή τους, αντιμετωπίζοντας τις ανεπάρκειες στην οργάνωση, τον σχεδιασμό και τη διαχείριση της εργασίας».
«Ενώ η νομοθεσία της ΕΕ για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία απαιτεί από τους εργοδότες να προστατεύουν τους εργαζόμενους από όλους τους κινδύνους που σχετίζονται με την εργασία, οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι στην εργασία εξακολουθούν να μην ορίζονται ρητά ούτε να ρυθμίζονται ειδικά σε επίπεδο ΕΕ.
«Η απουσία σαφών νομικών υποχρεώσεων συμβάλλει στις κατακερματισμένες εθνικές προσεγγίσεις που επισημαίνονται από τη χαρτογράφηση, δημιουργώντας νομική αβεβαιότητα και άνισα επίπεδα προστασίας των εργαζομένων σε ολόκληρη την ΕΕ».
*Από την Χρυσάνθη Ρουμελιώτου
vita.gr









