Οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι ξέρουμε να ακούμε σε μια συζήτηση. Μένουμε σιωπηλοί όσο μιλά ο άλλος, περιμένουμε τη σειρά μας για να απαντήσουμε και θεωρούμε ότι έχουμε καταλάβει τι θέλει να μας πει. Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν διακόπτουμε κάποιον δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τον έχουμε κατανοήσει. Πολλές παρεξηγήσεις προκύπτουν επειδή ακούμε τα λόγια του άλλου μέσα από το φίλτρο των δικών μας εμπειριών και υποθέσεων. Έτσι, μπορεί να είμαστε απολύτως πεπεισμένοι ότι γνωρίζουμε τι αισθάνεται ή τι χρειάζεται, χωρίς να έχουμε ελέγξει αν η ερμηνεία μας είναι πράγματι σωστή. Μια απλή τεχνική επικοινωνίας που ονομάζεται «looping» μπορεί να μας βοηθήσει όχι απλώς να ακούμε τον συνομιλητή μας, αλλά να βεβαιωνόμαστε ότι έχουμε πραγματικά καταλάβει αυτό που προσπαθεί να μας πει.

Τι είναι το «looping»;

Η τεχνική ξεκινά με κάτι που πιθανότατα έχουμε κάνει πολλές φορές σε μια συζήτηση: επαναδιατυπώνουμε με δικά μας λόγια αυτό που ακούσαμε. Δεν σταματά, όμως, εκεί.

Στο looping προσπαθούμε να καταλάβουμε τι βρίσκεται πίσω από τα λόγια του άλλου: τι παρατηρεί, τι αισθάνεται, ποια ανάγκη μπορεί να υπάρχει πίσω από αυτό το συναίσθημα και τι ενδεχομένως ζητά από εμάς. Και, κυρίως, δεν θεωρούμε δεδομένο ότι η ερμηνεία μας είναι σωστή. Δίνουμε στον άλλον την ευκαιρία να μας διορθώσει.

Αυτό ακριβώς είναι που διαφοροποιεί την τεχνική από μια απλή παράφραση. Δεν λέμε «κατάλαβα τι εννοείς» και προχωράμε. Ελέγχουμε αν όντως καταλάβαμε.

Η τεχνική σε 3 απλά βήματα

Η διαδικασία περιλαμβάνει τρία βασικά στάδια:

  1. Ακούμε προσεκτικά προσπαθώντας να εντοπίσουμε τι έχει μεγαλύτερη σημασία για τον συνομιλητή μας.
  2. Συνοψίζουμε με δικά μας λόγια αυτό που πιστεύουμε ότι ακούσαμε.
  3. Ρωτάμε αν καταλάβαμε σωστά. Αν η απάντηση είναι όχι, μπορούμε απλώς να ρωτήσουμε: «Τι μου ξέφυγε;».

Το τρίτο βήμα είναι ίσως και το σημαντικότερο. Αντί να υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε τι σκέφτεται ή αισθάνεται ο άλλος, του επιτρέπουμε να μας εξηγήσει καλύτερα τη δική του οπτική.

Για παράδειγμα, αντί να πούμε «Έχεις θυμώσει επειδή δεν έγινε αυτό που ήθελες», μπορούμε να δοκιμάσουμε κάτι λιγότερο απόλυτο: «Μήπως απογοητεύτηκες επειδή περίμενες διαφορετική εξέλιξη; Σε καταλαβαίνω σωστά;».

Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά στην πρώτη περίπτωση αποφασίζουμε εμείς τι αισθάνεται ο άλλος. Στη δεύτερη, κάνουμε μια υπόθεση και του δίνουμε χώρο να την επιβεβαιώσει ή να τη διορθώσει.

Η σημασία της ενεργητικής ακρόασης έχει εξεταστεί επιστημονικά. Σε μελέτη με 171 συμμετέχοντες, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τεχνικές όπως οι ανοιχτές ερωτήσεις, η επαναδιατύπωση όσων είχε πει ο συνομιλητής και ο έλεγχος ότι το μήνυμα είχε γίνει σωστά κατανοητό συνδέθηκαν με μεγαλύτερη συναισθηματική επίγνωση και βελτίωση της συναισθηματικής κατάστασης μετά τη συζήτηση.

Συζήτηση: Δεν έχει σημασία μόνο τι λέμε

Ο τόνος της φωνής μπορεί να αλλάξει εντελώς το αποτέλεσμα. Ακόμη και μια σωστή επαναδιατύπωση, όταν εκφράζεται με σαρκασμό, εκνευρισμό ή υπερβολική βεβαιότητα, μπορεί να ακουστεί περισσότερο σαν κατηγορία παρά σαν πραγματική προσπάθεια κατανόησης.

Σε τι είδους συζήτηση μπορεί να μας φανεί περισσότερο χρήσιμη;

Δεν χρειάζεται να εφαρμόζουμε αυτή τη διαδικασία σε κάθε καθημερινή κουβέντα. Η τεχνική μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν η συναισθηματική ένταση είναι μεγάλη, το θέμα είναι σημαντικό ή μια παρεξήγηση θα μπορούσε να επιβαρύνει τη σχέση μας.

Μπορεί αρχικά να φαίνεται ότι επιβραδύνει τη συζήτηση. Στην πράξη, όμως, αυτή ακριβώς η μικρή παύση μπορεί να μας γλιτώσει από έναν κύκλο άμυνας, επαναλαμβανόμενων εξηγήσεων και συγκρούσεων που ξεκινούν επειδή δύο άνθρωποι μιλούν χωρίς να έχουν καταλάβει πραγματικά ο ένας τον άλλον.

Γιατί στις δύσκολες συζητήσεις δεν χρειάζεται πάντα να έχουμε την τέλεια απάντηση. Μερικές φορές, το πιο σημαντικό είναι να μπορούμε να ρωτήσουμε: «Αυτό εννοείς;» – και να είμαστε πραγματικά έτοιμοι να ακούσουμε την απάντηση.


vita.gr