Σε αντίθεση με το situationship, σε μια κλασική σχέση, τα θεμέλια είναι συνήθως ξεκάθαρα και σταθερά. Υπάρχει μια συγκεκριμένη δέσμευση — συχνά με αποκλειστικότητα — που συνοδεύεται από ξεκάθαρη επικοινωνία, κοινό σχεδιασμό για το μέλλον και αμοιβαία προσπάθεια.

Και οι δύο πλευρές επενδύουν χρόνο και συναισθηματική ενέργεια για να χτίσουν και να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη, την οικειότητα και την υπευθυνότητα. Η συζήτηση για το κοινό μέλλον γίνεται ανοιχτά, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στήριξης και ασφάλειας που λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς για τη σχέση.

Ένα situationship από την άλλη, πρόκειται για μια ασαφή, μη δεσμευτική μορφή σχέσης χωρίς ξεκάθαρους όρους. Μπορεί να περνάτε καλά μαζί και να απολαμβάνετε τον χρόνο που μοιράζεστε, αλλά δεν έχετε συζητήσει τι σημαίνει αυτό σε βάθος χρόνου. Υπάρχει η σύνδεση, αλλά όχι ιδιαίτερη συνέπεια.

Αν βρίσκεστε σε ένα ερωτικό σκηνικό γεμάτο ασάφεια, μισόλογα και γκρίζες ζώνες, τότε είναι πολύ πιθανό να ζείτε ένα situationship.

Επειδή τα όρια σε ένα situationship είναι θολά, η δυναμική μπορεί να καταλήξει να είναι συχνά αυθόρμητη, ασαφής και χωρίς πραγματικό ορισμό. Η επικοινωνία είναι σποραδική ή επιφανειακή, η συναισθηματική διαθεσιμότητα περιορισμένη και η συνέπεια σχεδόν ανύπαρκτη. Συνήθως υπάρχουν και ανισορροπίες στις προσδοκίες — προσδοκίες που σπάνια εκφράζονται ή συζητιούνται.

Στις καλύτερες στιγμές, μπορεί να βιώνετε έντονη ευφορία. Κάθε συνάντηση μοιάζει έντονη, ζωντανή, απρόβλεπτη, απελευθερωτική και διασκεδαστική. Δεν γνωρίζετε ποτέ τι θα ακολουθήσει — και αυτό είναι μέρος της γοητείας.

Στις χειρότερες στιγμές όμως, αυτό ακριβώς γίνεται το πρόβλημα. Δεν ξέρετε ποτέ τι θα ακολουθήσει και επομένως τι να περιμένετε.

Γιατί το τέλος ενός situationship μπορεί να πονάει περισσότερο

Οι χωρισμοί — είτε στα πλαίσια μιας σχέσης είτε σε ένα situationship — μπορούν να είναι εξαιρετικά επώδυνοι. Το situationship «πονάει» περισσότερο όμως, πιθανόν για τους παρακάτω λόγους:

  • Ο χωρισμός από το situationship είναι αιφνιδιαστικός: Στις περισσότερες σχέσεις, το τέλος δεν έρχεται από το πουθενά. Υπάρχει μια σταδιακή επίγνωση ότι κάτι δεν λειτουργεί, μια αίσθηση φθοράς που προετοιμάζει συναισθηματικά και τους δύο. Στο situationship, όμως, όλα μπορούν να τελειώσουν τόσο γρήγορα όσο ξεκίνησαν. Δεν υπάρχει χρόνος προετοιμασίας. Οι λόγοι μπορεί να είναι ασαφείς, σύντομοι ή εντελώς άγνωστοι. Έτσι μένετε με αναπάντητα ερωτήματα, περισσότερα «αν» και μια αίσθηση ότι κάτι έμεινε μετέωρο.
  • Η συναισθηματική υπευθυνότητα απουσιάζει: Σ’ έναν κανονικό χωρισμό, υπάρχει μια άτυπη αλλά υπαρκτή υποχρέωση για φροντίδα: να είσαι ειλικρινής, ευγενικός, να εξηγήσεις γιατί τελειώνει μια μακροχρόνια δέσμευση. Υπάρχει χώρος — και δικαίωμα — για μια συζήτηση που κλείνει τον κύκλο. Στο situationship, όμως, που δεν υπάρχει σαφής ορισμός, η προσδοκία για συναισθηματική υπευθυνότητα είναι πολύ πιο αδύναμη. Έτσι, μπορεί να μείνετε μόνοι προσπαθώντας να καταλάβετε τι συνέβη.
  • Δεν γνωρίζετε καλά τον άλλο: Ένας ακόμη λόγος που το τέλος ενός situationship μπορεί να πονάει περισσότερο είναι ότι, στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζετε τόσο καλά το άλλο άτομο. Σε μια σχέση, αργά ή γρήγορα οι μάσκες «πέφτουν» και βλέπετε τον άλλον όπως είναι. Ο χωρισμός μπορεί να είναι γλυκόπικρος, αλλά υπάρχει μια αίσθηση βεβαιότητας ότι η απόφαση βασίζεται στην πραγματικότητα. Στο situationship, όμως, η εικόνα που έχετε, είναι συχνά ελλιπής. Αυτό αφήνει χώρο για προβολές και εξιδανικεύσεις.

vita.gr