Συνελήφθη εκ νέου ο ιδιοκτήτης της επιχειρήσης Βιολάντα, για τη φονική έκρηξη που στοίχισε τη ζωή σε 5 γυναίκες που εργάζονταν στη μπισκοτοβιομηχανία των Τρικάλων, με τις εξελίξεις για την υπόθεση να είναι ραγδαίες.
Ο ιδιοκτήτης της Βιολάντα, ο τεχνικός ασφαλείας και ο υπεύθυνος βάρδιας αντιμετωπίζουν πλέον κατηγορία για ανθρωποκτονία από αμέλεια, έπειτα από τη φονική έκρηξη που στοίχισε τη ζωή σε 5 εργαζόμενες.
Κλιμάκιο της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού έφτασε για να μπορέσει να κάνει την πράξη της αναβάθμισης της κατηγορίας καθώς τώρα πλέον υπάρχει κατηγορητήριο το οποίο είναι κακουργηματικού βαθμού και αφορά την έκρηξη με ενδεχόμενο δόλο και ανθρωποκτονία από αμέλεια.
Σύμφωνα με πληροφορίες, διαβιβάστηκε η δικογραφία στην εισαγγελία Τρικάλων και με την αναβάθμιση του κατηγορητηρίου συνελήφθη ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης εκ νέου. Στη δικογραφία μέχρι στιγμής συμπεριλαμβάνονται μόνο οι καταθέσεις καθώς τα πορίσματα από τους πραγματογνώμονες δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.
Βίντεο καταγράφει καρά καρέ τη σύλληψη του ιδιοκτήτη ο οποίος μεταφέρθηκε στο κτίριο της Πυροσβεστικής και θα ακολουθήσει η μεταγωγή του στα δικαστήρια, όπου θα απολογηθεί για τις νέες κατηγορίες ενώπιον του ανακριτή Τρικάλων.
Η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Τρικάλων προχώρησε σε αναβάθμιση του κατηγορητηρίου σχετικά με το περιστατικό, ενώ παραμένει και η κατηγορία για πρόκληση σωματικών βλαβών κατά συρροή. Η απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας για το δυστύχημα στη Βιολάντα, καθώς τα στοιχεία της προανάκρισης δείχνουν σοβαρές παραλείψεις και παραβιάσεις της νομοθεσίας.
Όπως μεταδίδει το ΕΡΤnews, η έρευνα έδειξε ότι πέντε μήνες πριν το συμβάν είχαν καταγραφεί έντονες οσμές αερίου, χωρίς όμως να γίνει ουσιαστικός έλεγχος. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ιδιώτης εμπειρογνώμονας που είχε κληθεί για αξιολόγηση αποχώρησε λόγω οικονομικής διαφωνίας με τον ιδιοκτήτη, με αποτέλεσμα το ζήτημα να μην αντιμετωπιστεί.
Τελικά, αποδείχθηκε ότι η οσμή οφειλόταν σε διαρροή προπανίου, η οποία και προκάλεσε την έκρηξη.
Παράλληλα, διαπιστώθηκε πως οι υπόγειες σωληνώσεις δεν διέθεταν τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις, ενώ οι υπέργειες δεξαμενές είχαν χαρακτηριστεί ακατάλληλες ήδη από το 2019.
Πηγή









