Το αίτημα για την κατάργηση του μνημονιακού φόρου πολυτελείας 10% στο κόσμημα επαναφέρει εκ νέου το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας επιβεβαιώνοντας τη στήριξή του στον κλάδο της αργυροχρυσοχοΐας.
Είναι ένας φόρος που λειτουργεί ανασταλτικά για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα της ελληνικής αργυροχρυσοχοΐας, σημειώνει. Το ΒΕΑ δηλώνει ότι γνωρίζει σε βάθος το ζήτημα, έχει ήδη παρέμβει θεσμικά στο παρελθόν και επανέρχεται σήμερα με νέα επιστολή του, προς τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη και τον υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, ζητώντας την άμεση παρέμβασή τους, για τη λήψη των αναγκαίων και προβλεπόμενων μέτρων.
Σε σχετική ανακοίνωση αναφέρει ότι βρίσκεται και σε συνεργασία με τους εκπροσώπους του κλάδου, έως ότου ο αντιαναπτυξιακός αυτός φόρος καταργηθεί οριστικά. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας, Κωνσταντίνος Δαμίγος, «Η κατάργηση του φόρου πολυτελείας στο κόσμημα, είναι ζήτημα δικαιοσύνης και κοινής λογικής. Το ΒΕΑ γνωρίζει το πρόβλημα, θα συνεχίσει να επανέρχεται δυναμικά, μέχρι να δοθεί οριστική λύση. Η στήριξη της αργυροχρυσοχοΐας, σημαίνει στήριξη της ελληνικής παραγωγής, της απασχόλησης και της πολιτιστικής μας ταυτότητας».
Ο Ειδικός Φόρος Πολυτελείας
Υπενθυμίζεται ότι ο Ειδικός Φόρος Πολυτελείας, θεσπίστηκε το 2010, ως έκτακτο εισπρακτικό μέτρο, στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης.
« 15 και πλέον χρόνια μετά, όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τους αρχικούς του στόχους, αλλά επιβαρύνει δυσανάλογα έναν κατεξοχήν παραγωγικό, εξαγώγιμο και πολιτιστικά φορτισμένο κλάδο της ελληνικής βιοτεχνίας. Πρόκειται για έναν φόρο που αυξάνει τεχνητά τις τιμές των προϊόντων, περιορίζει τη ζήτηση και πλήττει άμεσα τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της αργυροχρυσοχοΐας» όπως σημειώνει το ΒΕΑ.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι, συνεχίζει το επιμελητήριο, η άνιση εφαρμογή του φόρου, καθώς στην πράξη επιβαρύνει περισσότερο την εγχώρια παραγωγή, σε σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα. Η στρέβλωση αυτή, δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού, εις βάρος των ελληνικών εργαστηρίων και βιοτεχνιών, οι οποίες επενδύουν στη δεξιοτεχνία, την ποιότητα και την αυθεντικότητα του ελληνικού κοσμήματος.
Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας υπογραμμίζει, ότι το ελληνικό κόσμημα δεν αποτελεί είδος επίδειξης πλούτου, αλλά προϊόν τέχνης, πολιτισμού και δημιουργικής εργασίας, άρρηκτα συνδεδεμένο με την παράδοση, την οικογενειακή επιχειρηματικότητα και την τοπική οικονομία. Η επιβολή φόρου πολυτελείας σε προϊόντα με κοινωνικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα -όπως οι βέρες γάμου, οι σταυροί και τα παραδοσιακά κοσμήματα- αλλοιώνει τον χαρακτήρα τους και ενισχύει μια στρεβλή εικόνα για τον κλάδο.
Παράλληλα, όπως αναφέρεται, ο φόρος πολυτελείας, λειτουργεί αποτρεπτικά και για τον τουρισμό, καθώς το ελληνικό κόσμημα αποτελεί προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας και αναπόσπαστο στοιχείο της τουριστικής εμπειρίας της χώρας. Σε ένα περιβάλλον έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, η πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση οδηγεί επισκέπτες να αναζητούν αγορές σε άλλες χώρες, στερώντας έσοδα από τις ελληνικές επιχειρήσεις και το δημόσιο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα σημειώνεται ότι έχει και η τεκμηρίωση από θεσμικούς φορείς, σύμφωνα με την οποία η κατάργηση του φόρου πολυτελείας μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης και του κύκλου εργασιών, με αποτέλεσμα υψηλότερα έσοδα από τον ΦΠΑ και συνολική ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν, ότι η κατάργηση του φόρου αποτελεί ρεαλιστική και αναπτυξιακή επιλογή, χωρίς δημοσιονομικό κόστος.
Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας τονίζει ότι «δεν πρόκειται να αφήσει το θέμα να υποχωρήσει. Θα συνεχίσει με επιμονή τις παρεμβάσεις του προς την πολιτεία, θέτοντας το ζήτημα ψηλά στην ατζέντα των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων για τη στήριξη της βιοτεχνίας και της εγχώριας παραγωγής και δεσμεύεται να συνεχίσει τον θεσμικό αγώνα, μέχρι την οριστική κατάργηση ενός φόρου που δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες».
enikonomia.gr









