Δύο καθοριστικοί παράγοντες για την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη, της τρομοκρατικής οργάνωσης που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση μέχρι την έκρηξη στον Πειραιά το καλοκαίρι του 2002, αναδείχθηκαν στο τέταρτο μέρος του ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά.
Πρόκειται για τη δολοφονία του Βρετανού ταξίαρχου Στίβεν Σόντερς από την 17 Νοέμβρη και την εμφάνιση ενός μυστηριώδους πληροφοριοδότη, γνωστού ως «κύριος Χ» ή «Κίτσος», ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της δράσης της τρομοκρατικής οργάνωσης.
Ο άνθρωπος αυτός επικοινώνησε ο ίδιος με τον τότε αλλά και σημερινό υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ξεκινώντας μια σειρά συναντήσεων μαζί του. Αν και δεν αποκάλυψε ποτέ συγκεκριμένα ονόματα μελών της 17 Νοέμβρη, έδωσε πολύτιμες πληροφορίες για τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της τρομοκρατικής οργάνωσης. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, επρόκειτο για πρόσωπο με βαθιά γνώση της εγχώριας τρομοκρατίας, που γνώριζε καλά το δίκτυο, αλλά θεωρούσε πλέον ότι η πορεία του είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο.
Την ίδια περίοδο, το όνομα του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου κυκλοφορούσε ήδη εδώ και χρόνια στους κύκλους των υπηρεσιών ασφαλείας ως πιθανός αρχηγός της οργάνωσης. Η υποψία αυτή ενισχύθηκε όταν οι αρχές άρχισαν να μελετούν πιο συστηματικά τις προκηρύξεις της 17 Νοέμβρη. Από τη γλώσσα και το ύφος τους προέκυπτε ότι ο συντάκτης ήταν ιδιαίτερα μορφωμένος, με γαλλική παιδεία και παρελθόν στην αντιστασιακή δράση.
Ο τότε αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Φώτης Νασιάκος θυμήθηκε μια χαρακτηριστική στιγμή λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2001, σε σύσκεψη στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη με τη συμμετοχή του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και αξιωματούχου των βρετανικών υπηρεσιών.
Σε μια συμβολική «δοκιμή», συμφώνησαν να γράψουν σε χαρτί το όνομα του ανθρώπου που θεωρούσαν αρχηγό της 17 Νοέμβρη. Ο ένας έγραψε «Αλέξανδρος Γιωτόπουλος» και ο άλλος «ο αρχηγός της ΛΕΑ», μιας οργάνωσης που είχε δράσει την περίοδο της χούντας. Στην ουσία, αναφέρονταν στο ίδιο πρόσωπο.
Την ίδια εποχή, οι γαλλικές αρχές είχαν εντοπίσει φωτογραφία του Γιωτόπουλου, ενώ οι ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών συγκέντρωναν στοιχεία για το παρελθόν του, μεταξύ άλλων και πληροφορίες ότι είχε εκπαιδευτεί στην Κούβα. Ο πρέσβης της Ελλάδας ταξίδεψε στην Αβάνα για διερεύνηση των πληροφοριών, ενώ στην Αθήνα η Αντιτρομοκρατική προσπάθησε να εντοπίσει συγγενείς του. Οι αστυνομικοί έφτασαν μέχρι την αδελφή του, όμως κανείς από το περιβάλλον του δεν ήταν πρόθυμος να μιλήσει.
Η έρευνα έφτασε σε σημείο να παρακολουθούνται ακόμη και τα περίπτερα που πουλούσαν γαλλικές εφημερίδες, καθώς οι αρχές θεωρούσαν ότι εκεί θα μπορούσε να εμφανιστεί. Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, όμως, ο Γιωτόπουλος προμηθευόταν τις εφημερίδες του από βιβλιοπωλείο στο κέντρο της Αθήνας.
Ένα ακόμη όνομα που προέκυψε από την εξέταση αμερικανικών αρχείων ήταν εκείνο του Βασίλη Τζωρτζάτου. Στο παρελθόν είχε συλληφθεί για υπόθεση που αφορούσε επίθεση εναντίον Αμερικανού. Όπως θυμήθηκε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, όταν είχε προσαχθεί στην Αντιτρομοκρατική, είχαν υπάρξει έντονες αντιδράσεις και καταγγελίες για σκευωρία, με αποτέλεσμα τελικά να αφεθεί ελεύθερος.
Παρά το γεγονός ότι ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης είχε αναφερθεί στον «κύριο Χ» στο βιβλίο του για την τρομοκρατία, ούτε τότε ούτε στο ντοκιμαντέρ αποκάλυψε την ταυτότητά του. Οι επαφές του με τον υπουργό αλλά και με τον Φώτη Νασιάκο ήταν πολλές, με τον τελευταίο να τον αποκαλεί «Κίτσο». Την ίδια στιγμή, Αμερικανός πράκτορας που ήρθε σε επαφή με παλιούς συντρόφους του Γιωτόπουλου στη Γαλλία εντόπισε τον Βίκτωρα Αναγνωστόπουλο, ο οποίος έδωσε πληροφορίες που ενίσχυσαν τις υποψίες ότι αρχηγός της οργάνωσης ήταν ο Γιωτόπουλος.
Καθοριστική αποδείχθηκε και η διεθνής συνεργασία που ακολούθησε τη δολοφονία του Βρετανού ταξίαρχου Στίβεν Σόντερς το 2000. Οι βρετανικές αρχές συμμετείχαν ενεργά στις έρευνες, συμβάλλοντας τόσο στη συλλογή πληροφοριών όσο και στη διαμόρφωση ενός κλίματος κοινωνικής αντίδρασης απέναντι στην τρομοκρατία.
Όπως εξήγησε ο πρώην αξιωματούχος της βρετανικής Αντιτρομοκρατικής Ντάνκαν Τζάρεντ, βασική αρχή της στρατηγικής τους ήταν ότι η κοινωνία πρέπει να συμμετέχει ενεργά στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Οι Βρετανοί ζήτησαν ανοιχτά τη βοήθεια των πολιτών, καλώντας τους να δώσουν ακόμη και τις πιο μικρές πληροφορίες.
Ταυτόχρονα, εντόπισαν και λάθη που είχαν γίνει από τις ελληνικές αρχές στη διερεύνηση της δολοφονίας. Ενδεικτικό είναι ότι μόνο όταν το αυτοκίνητο στο οποίο δολοφονήθηκε ο Σόντερς μεταφέρθηκε στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη διαπιστώθηκε μια οπή από πολεμικό τυφέκιο, καθώς οι δράστες είχαν χρησιμοποιήσει τέτοιο όπλο θεωρώντας ότι το όχημα ήταν θωρακισμένο.
Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία, Βρετανοί αξιωματικοί επέστρεψαν στον τόπο της επίθεσης και μοίρασαν φυλλάδια στους οδηγούς που κινούνταν καθημερινά στην λεωφόρο Κηφισίας, ζητώντας να θυμηθούν οποιαδήποτε λεπτομέρεια θα μπορούσε να βοηθήσει την έρευνα.
Στην προσπάθεια κινητοποίησης της κοινωνίας συμμετείχε ακόμη και η Εκκλησία. Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος παρέστη σε ειδική τελετή μνήμης, ενώ έξι μήνες μετά τελέστηκε στη Μητρόπολη λειτουργία για όλα τα θύματα της τρομοκρατίας. Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε και η πρωτοβουλία συγγενών θυμάτων «Ως Εδώ», που πραγματοποίησε συγκέντρωση στο Σύνταγμα.
Παράλληλα, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης ζήτησε να συγκεντρωθούν σε μία συνολική αναφορά όλα τα στοιχεία και οι γνώσεις που υπήρχαν για την τρομοκρατική οργάνωση. Έτσι δημιουργήθηκε η λεγόμενη «έκθεση Νασιάκου», μέρος της οποίας δημοσιοποιήθηκε, με στόχο να αυξηθεί η πίεση στα μέλη της οργάνωσης και να οδηγηθούν σε κάποιο λάθος.
Ο χρόνος μετρούσε πλέον αντίστροφα. Το βράδυ της 29ης Ιουνίου 2002 σημειώθηκε η έκρηξη στον Πειραιά, που τελικά οδήγησε στην αποκάλυψη και την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη. Ωστόσο, η επιχείρηση αυτή είχε προετοιμαστεί πολύ νωρίτερα, μέσα από τη στενή συνεργασία τεσσάρων βασικών προσώπων: του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, του Φώτη Νασιάκου, του εισαγγελέα Ιωάννη Διώτη και του τότε διοικητή της Αντιτρομοκρατικής Στέλιου Σύρρου.
Ο Ρόμπερτ Κλίφορντ, επικεφαλής του FBI στην Αθήνα το 2000-2004, όπως αποκάλυψε στη συνέντευξη, θα μπορούσε να είναι ένα από τα επόμενα θύματα της 17 Νοέμβρη, αφού το προφίλ του είχε αναδειχθεί σημαντικά στην Ελλάδα.
Πηγή









