Όλοι έχουμε έρθει αντιμέτωποι με την ανυπομονησία, αλλά τι ακριβώς την προκαλεί; Και πώς μπορούμε να σχεδιάσουμε χώρους ή καταστάσεις που μειώνουν την πιθανότητα να εκνευριστούμε όταν πρέπει να περιμένουμε; Πρόσφατη έρευνα από το University of Riverside φέρνει νέες απαντήσεις στο φως.
Οι ερευνητές πραγματοποίησαν τρεις μελέτες με συνολικά 1.401 συμμετέχοντες, οι οποίοι κλήθηκαν να απαντήσουν σε υποθετικά σενάρια, που είχαν σχεδιαστεί έτσι ώστε να απομονώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά μιας κατάστασης αναμονής, εξετάζοντας πώς επηρεάζουν το αίσθημα της ανυπομονησίας.
Ένα από τα σενάρια αφορούσε μια επίσκεψη στον κινηματογράφο, όπου ένα παιδί κάνει θόρυβο. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Στην πρώτη ομάδα, οι γονείς δεν έκαναν καμία προσπάθεια για να ηρεμήσουν το παιδί ενώ στη δεύτερη, οι γονείς προσπάθησαν όσο μπορούσαν για να το ηρεμήσουν.
Ποιοι παράγοντες προβλέπουν την ανυπομονησία;
Η έρευνα εντόπισε τέσσερις βασικούς παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα να χάσουμε την υπομονή μας:
- Πόσο δυσάρεστη είναι η κατάσταση στην οποία περιμένουμε.
- Πόσο σημαντικός είναι ο στόχος που θέλουμε να επιτύχουμε.
- Αν κάποιος ευθύνεται για την καθυστέρηση και πόσο υπεύθυνος θεωρείται.
- Αν η καθυστέρηση είναι μεγαλύτερη από την αναμενόμενη.
Τι δεν παίζει ρόλο;
Δύο παράγοντες που ίσως θα περιμέναμε να επηρεάζουν την ανυπομονησία αλλά τελικά δεν φάνηκαν να έχουν σημασία, περιλαμβάνουν:
- Η απόλυτη διάρκεια της καθυστέρησης. Μια καθυστέρηση τριών ημερών μπορεί να μην ενοχλήσει, ενώ 30 λεπτά μπορεί να προκαλέσουν έντονη ανυπομονησία, ανάλογα με το πλαίσιο (π.χ. αγορά σπιτιού vs. αναμονή σε τηλεφωνικό κέντρο).
- Το πόσο εμφανής είναι η ροή του χρόνου. Η ύπαρξη ρολογιού ή κινητού δεν αύξησε την ανυπομονησία των συμμετεχόντων, παρότι θα περίμενε κανείς το αντίθετο.
Ο ρόλος της προσωπικότητας
Η διερεύνηση του ρόλου της προσωπικότητας έδειξε ότι οι άνθρωποι δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο στις καταστάσεις αναμονής. Ορισμένα χαρακτηριστικά κάνουν την ανυπομονησία πιο πιθανή, ενώ άλλα λειτουργούν προστατευτικά. Η αυξημένη ανάγκη για λήξη, δηλαδή η επιθυμία να ολοκληρωθεί γρήγορα μια κατάσταση χωρίς αβεβαιότητα, καθώς και τα υψηλά επίπεδα νευρωτισμού, συνδέθηκαν με μεγαλύτερη δυσκολία στη διαχείριση της αναμονής και πιο έντονη ανυπομονησία.
Αντίθετα, η ευελιξία, η συνεργατικότητα, η ενσυνειδητότητα, η συναισθηματική επίγνωση και η καλή εκτελεστική λειτουργία φάνηκαν να ενισχύουν την ικανότητα ενός ατόμου να παραμένει ήρεμο και υπομονετικό. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές οι ιδιότητες δεν είναι σταθερές ούτε δεδομένες. Μπορούν να καλλιεργηθούν και να ενισχυθούν, κάτι που έχει άμεση πρακτική αξία στην καθημερινότητα, ειδικά σε περιβάλλοντα όπου η αναμονή είναι αναπόφευκτη.
Πρακτικές εφαρμογές στην καθημερινότητα
Τα ευρήματα της μελέτης μπορούν να αξιοποιηθούν:
- Σε προσωπικό επίπεδο, για να προβλέψουμε πότε μια κατάσταση (για παράδειγμα αποτελέσματα εξετάσεων, μποτιλιάρισμα) είναι πιθανό να μας κάνει ανυπόμονους και να προετοιμαστούμε κατάλληλα (βιβλίο, μουσική).
- Στον σχεδιασμό χώρων αναμονής, όπως υπηρεσίες εξυπηρέτησης ή ιατρικά κέντρα, ώστε να μειώνεται η δυσφορία και η ανυπομονησία των ανθρώπων.
Ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιούμε, η ανυπομονησία μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ευημερία μας και η κατανόηση των παραγόντων που την προκαλούν είναι ένα σημαντικό βήμα για να την αντιμετωπίσουμε.
vita.gr









