Το ουκρανικό θαλάσσιο drone που εντοπίστηκε στη Λευκάδα δεν αποτελεί  ένα μεμονωμένο περιστατικό με έντονο επιχειρησιακό και γεωπολιτικό ενδιαφέρον αλλά κυρίως, ένα ηχηρό «καμπανάκι» για το Πολεμικό Ναυτικό και συνολικά για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Ένα προειδοποιητικό σήμα για το Πολεμικό Ναυτικό είναι ότι ο πόλεμος στη θάλασσα αλλάζει με ταχύτητα, ότι οι απειλές δεν περιορίζονται πλέον σε φρεγάτες, υποβρύχια, πυραυλακάτους και αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας, αλλά επεκτείνονται σε μικρά, γρήγορα, δύσκολα ανιχνεύσιμα, φθηνά και αναλώσιμα μέσα, όπως π.χ θαλάσσια drones, ικανά να προκαλέσουν δυσανάλογο επιχειρησιακό αποτέλεσμα.

Η υπόθεση της Λευκάδας ανέδειξε με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ένα USV μπορεί να διανύσει μεγάλες αποστάσεις, να χαθεί από τον έλεγχο του χειριστή του, να καταλήξει σε περιοχές υψηλού τουριστικού και ναυτιλιακού ενδιαφέροντος και να δημιουργήσει άμεσο κίνδυνο για πολεμικά πλοία, εμπορική ναυτιλία, λιμενικές εγκαταστάσεις ή ακόμη και αμάχους. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο τι ήταν το συγκεκριμένο σκάφος, πώς βρέθηκε στη Λευκάδα ή ποιος ήταν ο αρχικός του στόχος.

Άλλωστε η έρευνα του ΓΕΕΘΑ, όπως ήδη έχει αναφέρει το OnAlert, έχει «φωτίσει» σε πολύ μεγάλο βαθμό τόσο την ταυτότητα του USV όσο και την αποστολή του. Το κρίσιμο είναι τι δείχνει για το μέλλον. Και το συμπέρασμα είναι σαφές.

Το Πολεμικό Ναυτικό δεν μπορεί να μείνει έξω από την εποχή των USV και μάλιστα πρέπει να κινηθεί άμεσα. Όχι μόνο ως δύναμη που πρέπει να μπορεί να εντοπίζει, να αναχαιτίζει και να εξουδετερώνει εχθρικά μη επανδρωμένα σκάφη, αλλά και ως δύναμη που οφείλει να αποκτήσει δικά της USV για επιτήρηση, αναγνώριση, προσβολές, ναρκοπόλεμο, προστασία βάσεων και επιχειρήσεις σε περιοχές υψηλού κινδύνου.

Τα διδάγματα της Μαύρης Θάλασσας

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με χιλιάδες νησιά, εκατοντάδες λιμάνια, αμέτρητους όρμους, θαλάσσια περάσματα, στενά, ναυστάθμους, αγκυροβόλια και κρίσιμες υποδομές σε απόσταση αναπνοής από τη θάλασσα, το μήνυμα είναι προφανές.

Η επιτήρηση του θαλάσσιου χώρου δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται μόνο στα κλασικά μέσα. Χρειάζεται ένα νέο πλέγμα αισθητήρων, μη επανδρωμένων συστημάτων, ταχυκίνητων μέσων αντίδρασης και δικτυοκεντρικής διοίκησης.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο εργαστήριο σύγχρονου ναυτικού πολέμου με μαζική αξιοποίηση USV. 

Η Ουκρανία, χωρίς ισχυρό παραδοσιακό στόλο επιφανείας, κατάφερε να αμφισβητήσει την κυριαρχία του ρωσικού Στόλου της Μαύρης Θάλασσας χρησιμοποιώντας συνδυασμό πυραύλων, UAV, πληροφοριών, ειδικών επιχειρήσεων και μη επανδρωμένων σκαφών επιφανείας.

Η διεθνής ανάλυση έχει επισημάνει ότι τα ουκρανικά ναυτικά drones αύξησαν σημαντικά την ακρίβεια, την εμβέλεια και τη δυνατότητα προσβολής στόχων στη θάλασσα, επιτρέποντας στο Κίεβο να πιέσει μια ανώτερη, αριθμητικά και ποιοτικά, ναυτική δύναμη.

Το σημαντικότερο δίδαγμα είναι ότι η ναυτική ισχύς δεν μετριέται πλέον μόνο με τον αριθμό των μεγάλων Μονάδων επιφανείας.

Ένα μικρό, αναλώσιμο, τηλεχειριζόμενο ή ημιαυτόνομο σκάφος, γεμάτο εκρηκτικά ή εξοπλισμένο με αισθητήρες και όπλα, μπορεί να υποχρεώσει έναν αντίπαλο να αποσύρει πλοία, να αλλάξει τακτική, να αυξήσει τα μέτρα αυτοπροστασίας και να δεσμεύσει πολύτιμους πόρους για την αντιμετώπισή του.

Οι επιχειρήσεις στη Μαύρη Θάλασσα κατέδειξαν ότι τα USV δεν αποτελούν μόνο όπλα κρούσης. Είναι μέσα ψυχολογικής πίεσης, θαλάσσιας άρνησης περιοχής, κορεσμού της άμυνας, συλλογής πληροφοριών και επιχειρησιακού αιφνιδιασμού.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεμονωμένα, σε σμήνη, σε συνδυασμό με UAV, με δορυφορικές επικοινωνίες, με παράκτια ραντάρ, με πυραύλους και με πληροφορίες από φίλιες ή συμμαχικές πηγές.

Αυτό ακριβώς είναι το μοντέλο που ενδιαφέρει το Πολεμικό Ναυτικό. Όχι μια απλή απόκτηση μη επανδρωμένων θαλάσσιων drones αλλά η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος μη επανδρωμένων ναυτικών δυνατοτήτων, το οποίο θα λειτουργεί ως προέκταση του στόλου και όχι ως ανεξάρτητο πείραμα.

Η Τουρκία έχει ήδη μπει στην εποχή των USV

Την ίδια ώρα, η Τουρκία δεν περιμένει. Τα τελευταία χρόνια επενδύει συστηματικά στα μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας, με προγράμματα όπως τα ULAQ, MARLIN, SANCAR και SALVO.

Το τουρκικό οικοσύστημα αμυντικής βιομηχανίας επιχειρεί να μεταφέρει στη θάλασσα τη λογική που εφάρμοσε στον αέρα με τα UAV. Πολλά συστήματα, διαφορετικοί κατασκευαστές, γρήγορη ανάπτυξη, συνεχείς δοκιμές, εξαγωγική προοπτική και ένταξη σε επιχειρησιακή λογική «Mavi Vatan».

Σύμφωνα με τη Γραμματεία Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκίας, το MARLIN ASV έχει εισέλθει σε υπηρεσία από το 2024 και προορίζεται για αποστολές ISR, πολέμου επιφανείας και ηλεκτρονικού πολέμου, με δυνατότητα απομακρυσμένου, ημιαυτόνομου ή αυτόνομου ελέγχου.

Παράλληλα, το τουρκικό Ναυτικό έχει προχωρήσει στην παραλαβή ή ένταξη και άλλων οπλισμένων USV, όπως το SANCAR, ενώ τουρκικές πηγές και διεθνείς αμυντικές ιστοσελίδες έχουν καταγράψει την παρουσία πολλαπλών τουρκικών USV σε εκθέσεις και δοκιμές.

Η Τουρκία δεν βλέπει τα USV μόνο ως μελλοντική τεχνολογία αλλά ως εργαλείο άμεσης επιχειρησιακής αξιοποίησης στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, γύρω από ναυτικές βάσεις, σε αποστολές επιτήρησης, στοχοποίησης, ηλεκτρονικού πολέμου, συνοδείας ή ακόμη και κορεσμού.

Σε ένα περιβάλλον όπως το «κλειστό» Αιγαίο, όπου οι αποστάσεις είναι μικρές, τα νησιά πολλά, οι ακτές κοντά και η επιχειρησιακή εικόνα αλλάζει λεπτό προς λεπτό, τα USV μπορούν να αποκτήσουν δυσανάλογη αξία.

Το Πολεμικό Ναυτικό γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αυτή την εξέλιξη αμυντικά και μόνο. Η ανάγκη για anti-USV δυνατότητες είναι αυτονόητη. Όμως εξίσου αυτονόητη είναι η ανάγκη για ελληνικά USV, ενταγμένα σε εθνικό δίκτυο αισθητήρων και διοίκησης.

Γιατί το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται USV

Η πρώτη και πιο προφανής αποστολή είναι η επιτήρηση. Ένα δίκτυο USV μπορεί να κινείται σε περιοχές υψηλού ενδιαφέροντος, να μεταφέρει αισθητήρες, κάμερες, θερμικά συστήματα, ραντάρ μικρής εμβέλειας, συστήματα ηλεκτρονικής υποστήριξης και να παρέχει συνεχή εικόνα σε πραγματικό χρόνο.

Στενά, θαλάσσια περάσματα, περιοχές γύρω από νησιά, ναύσταθμοι, κρίσιμες υποδομές και πιθανά σημεία διείσδυσης μπορούν να επιτηρούνται χωρίς να δεσμεύονται συνεχώς επανδρωμένα σκάφη.

Η δεύτερη αποστολή είναι η αναγνώριση σε περιβάλλον υψηλού κινδύνου. Αντί ένα επανδρωμένο σκάφος να πλησιάζει σε περιοχή όπου υπάρχει πιθανότητα ενέδρας, νάρκης, παράκτιου πυραυλικού συστήματος ή εχθρικής παρουσίας, μπορεί να προηγείται ένα USV. Να ελέγχει, να καταγράφει, να μεταδίδει εικόνα και να αποκαλύπτει την απειλή χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή.

Η τρίτη αποστολή είναι ο ναρκοπόλεμος. Η ανίχνευση, αναγνώριση και εξουδετέρωση ναρκών αποτελεί μία από τις πλέον απαιτητικές και επικίνδυνες επιχειρήσεις για κάθε ναυτικό.

Τα USV μπορούν να λειτουργήσουν ως φορείς sonar, υποβρύχιων drones ή άλλων συστημάτων, μειώνοντας τον κίνδυνο για πληρώματα και αυξάνοντας την ταχύτητα ελέγχου μεγάλων θαλάσσιων περιοχών.

Η τέταρτη αποστολή είναι η κρούση. Οπλισμένα USV, είτε με ελαφρά όπλα, είτε με αντιαρματικούς πυραύλους, είτε με κατευθυνόμενα πυρομαχικά, είτε σε ρόλο καμικάζι, μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα αιφνιδιασμού εναντίον εχθρικών σκαφών, αποβατικών μέσων, εγκαταστάσεων ή στόχων ευκαιρίας.

Δεν αντικαθιστούν τις πυραυλακάτους, τις φρεγάτες ή τα υποβρύχια αλλά τα συμπληρώνουν, δημιουργώντας επιπλέον στρώματα απειλής για τον αντίπαλο.

Η πέμπτη αποστολή είναι η παραπλάνηση και ο κορεσμός. Ένα σμήνος USV, ακόμη και εάν δεν φέρει όλα εκρηκτικά ή όπλα, μπορεί να υποχρεώσει τον αντίπαλο να ενεργοποιήσει αισθητήρες, να αποκαλύψει θέσεις, να καταναλώσει πυρομαχικά και να διασπάσει την προσοχή του.

Σε συνδυασμό με UAV, ελικόπτερα, παράκτιους πυραύλους, πυροβολικό και πλοία επιφανείας, μπορεί να δημιουργήσει ένα πολύπλοκο επιχειρησιακό πρόβλημα.

Η ανάγκη ενεργοποίησης της εγχώριας βιομηχανίας 

Το ζήτημα των USV δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως πρόγραμμα αγοράς από το εξωτερικό. Η Ελλάδα έχει ναυπηγική παράδοση,  και πολύ αξιόλογες εταιρείες ηλεκτρονικών, λογισμικού, αισθητήρων, επικοινωνιών και αμυντικών εφαρμογών που μπορούν να εμπλακούν ουσιαστικά.

Το ζητούμενο δεν είναι απαραίτητα να κατασκευαστεί εξαρχής το απόλυτο ελληνικό USV, αλλά να ξεκινήσει άμεσα μια εθνική προσπάθεια με ρεαλιστικά βήματα.

Πρώτο βήμα είναι η ανάπτυξη μικρών USV επιτήρησης για λιμάνια, ναυστάθμους και νησιωτικές περιοχές. Το επόμενο η ενσωμάτωση αισθητήρων, θερμικών καμερών, συστημάτων επικοινωνιών και αυτόματης αναγνώρισης στόχων.  Για να ακολουθήσει η ανάπτυξη μεγαλύτερων πλατφορμών για αναγνώριση, ναρκοπόλεμο και συνοδεία με τελικό στόχο την οπλισμένη έκδοση.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι το λογισμικό, οι επικοινωνίες και η διασύνδεση με το εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Όπως στον αντιαεροπορικό «θόλο» η ελληνική πλευρά θέτει ως κόκκινη γραμμή την εθνική συμμετοχή στο C2, έτσι και στα USV το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται εθνική πρόσβαση, δυνατότητα προσαρμογής, ελληνική υποστήριξη, αναβάθμιση και επιχειρησιακή αυτονομία.

Η υπόθεση της Λευκάδας μπορεί, μάλιστα, να λειτουργήσει και ως τεχνολογική ευκαιρία. Η ενδελεχής εξέταση ενός πραγματικού USV που κατέληξε σε ελληνικά χέρια μπορεί να δώσει πολύτιμα στοιχεία για τον σχεδιασμό, το λογισμικό, τις επικοινωνίες, τη ναυπηγική φιλοσοφία, τα συστήματα καθοδήγησης και τις αδυναμίες τέτοιων μέσων.

Όχι μόνο για αντιγραφή, αλλά και για κατανόηση η οποία αποτελεί το πρώτο βήμα για αποτελεσματική άμυνα και για ανάπτυξη εθνικών λύσεων.

Anti-USV άμυνα: Η άλλη πλευρά της εξίσωσης

Η απόκτηση ελληνικών USV πρέπει να συνοδευτεί από ανάπτυξη ολοκληρωμένων δυνατοτήτων αντιμετώπισης εχθρικών USV. Διότι το περιστατικό της Λευκάδας έδειξε πόσο δύσκολο είναι να εντοπιστεί έγκαιρα ένα μικρό σκάφος που κινείται χαμηλά, μπορεί να έχει περιορισμένη θερμική και ρανταρική υπογραφή και ενδέχεται να εμφανιστεί ξαφνικά σε μια περιοχή γεμάτη νόμιμη ναυσιπλοΐα.

Η λύση δεν είναι μονόπλευρη, καθώς απαιτείται συνδυασμός παράκτιων ραντάρ, ηλεκτροοπτικών αισθητήρων, θερμικών καμερών, UAV επιτήρησης, περιπολικών σκαφών, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου, παρεμβολών δορυφορικής πλοήγησης, ταχυβόλων όπλων, τηλεχειριζόμενων σταθμών, ακόμη και κατευθυνόμενων πυρομαχικών μικρής εμβέλειας.

Οι ναύσταθμοι, τα λιμάνια, οι φρεγάτες, οι πυραυλάκατοι, τα πλοία υποστήριξης και οι κρίσιμες παράκτιες εγκαταστάσεις πρέπει να αποκτήσουν νέο δόγμα προστασίας απέναντι σε μικρές ασύμμετρες θαλάσσιες απειλές.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εκπαίδευση. Τα πληρώματα πρέπει να μάθουν να αναγνωρίζουν τέτοιες απειλές, να αντιδρούν άμεσα, να συνεργάζονται με εναέρια και παράκτια μέσα, να μην αντιμετωπίζουν κάθε μικρό ίχνος ως αθώο και να διαθέτουν σαφείς κανόνες εμπλοκής.

Στον σύγχρονο πόλεμο, ο χρόνος αντίδρασης απέναντι σε ένα USV μετριέται σε δευτερόλεπτα.

Από την παρατήρηση στην απόφαση

Το Πολεμικό Ναυτικό βρίσκεται ήδη σε περίοδο μεγάλων αλλαγών. Οι φρεγάτες FDI, ο εκσυγχρονισμός των ΜΕΚΟ, η προοπτική απόκτησης Bergamini, η ενίσχυση των αντιαεροπορικών και αντιπλοϊκών δυνατοτήτων, η ένταξη νέων αισθητήρων και η δικτυοκεντρική φιλοσοφία αλλάζουν τη φυσιογνωμία του στόλου. Όμως η νέα ναυτική ισχύς δεν μπορεί να περιοριστεί στις μεγάλες πλατφόρμες.

Ο στόλος του μέλλοντος θα είναι μεικτός. Θα περιλαμβάνει φρεγάτες υψηλής τεχνολογίας, υποβρύχια, πυραυλακάτους, ελικόπτερα, UAV, USV, υποβρύχια drones, παράκτια συστήματα και δίκτυα αισθητήρων. Το ερώτημα δεν είναι αν τα μη επανδρωμένα συστήματα θα μπουν στη ναυτική εξίσωση.  Είναι  αν η Ελλάδα θα προλάβει να τα εντάξει με τρόπο οργανωμένο, εθνικά ελεγχόμενο και επιχειρησιακά χρήσιμο.

Η απάντηση πρέπει να είναι άμεση. Χρειάζεται μακροπρόθεσμο πρόγραμμα USV για το Πολεμικό Ναυτικό και όχι αποσπασματικό, όχι πειραματικό χωρίς συνέχεια, όχι απλή επίδειξη τεχνολογίας.

Πρόγραμμα με σαφείς επιχειρησιακές απαιτήσεις, εμπλοκή της ελληνικής βιομηχανίας, πρόβλεψη για C2, δυνατότητα κλιμάκωσης, εκπαίδευση, δοκιμές στο Αιγαίο και ένταξη στα σχέδια άμυνας των νησιών.

Η Λευκάδα δεν ήταν απλώς ένα περίεργο περιστατικό αλλά  μια εικόνα από το μέλλον του ναυτικού πολέμου που έφτασε στις ελληνικές ακτές. Και το μήνυμα είναι ότι όποιος ελέγχει τα μη επανδρωμένα μέσα στη θάλασσα, θα έχει κρίσιμο πλεονέκτημα στην επιτήρηση, στην αποτροπή και στην πρώτη φάση της σύγκρουσης.

Πηγή: OnAlert.gr – Ρεπορτάζ: Κώστας Σαρικάς


Πηγή