Η πρόσφατη δικαστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ελληνικού δημοσίου και η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης 400.000 ευρώ σε τέσσερις συγγενείς δύο θυμάτων δημιούργησε νέα δικαστικά δεδομένα και ενδεχομένως αποτελεί το «κλειδί» για την κίνηση του ελληνικού δημοσίου να δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στη μεγάλη δίκη για την τραγωδία στα Τέμπη.
Σε μια ολοσδιόλου αντιφατική ενέργεια προχωρά το ελληνικό δημόσιο, δηλώνοντας – μέσω μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους- την πρόθεση να δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στη δίκη του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη, να παρασταθεί δηλαδή ως αντίδικος των κατηγορουμένων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο για την πολύνεκροη τραγωδία.
Η δήλωση αναμένεται να γίνει στην επόμενη συνεδρίαση της δίκης, δηλαδή στις 27 Απριλίου και να διατυπωθεί εκτενώς ενώπιον δικαστών από δύο μέλη του ΝΣΚ.
Οι εν λόγω νομικοί, αν και «βομβαρδίστηκαν» με δημοσιογραφικές ερωτήσεις για το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, παρέμειναν… σφίγγες.
«Θα διατυπωθεί ενώπιον δικαστηρίου στην επόμενη συνεδρίαση», ήταν η μόνιμη επωδός από τις δύο νομικούς, που εκπροσωπούν το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Σε κάθε περίπτωση, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αν το ελληνικό δημόσιο θα αντιδικήσει στην υπόθεση και με τους 36 κατηγορούμενους, δηλαδή με τα μέλη των διοικήσεων του ΟΣΕ, της ΕΡΓΟΣΕ, της ΡΑΣ, τους υπαλλήλους του ΟΣΕ, τα στελέχη της HellenicTrain και τους πρώην διευθυντές του Υπουργείου Μεταφορών ή αν επιλεκτικά θα στραφεί σε βάρος ορισμένων στελεχών ή υπαλλήλων.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα, γιατί το δημόσιο επιλέγει να παρασταθεί εναντίον κατηγορουμένων της κύριας υπόθεσης που αφορά στα Τέμπη, με δεδομένο ότι μέχρι τώρα, έχει κρατήσει τελείως διαφορετική στάση.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εν εξελίξει δίκη των δύο πρώην στελεχών της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας που κατηγορούνται για παράβαση καθήκοντος, επειδή δεν ποσοτικοποίησαν τη ζημιά που υπέστη το δημόσιο από τις διαδοχικές παρατάσεις και εν τέλει τη μη υλοποίηση της σύμβασης 717 για τα τρένα, έως το δυστύχημα.
Στην εν λόγω δίκη που διεξάγεται, ενώπιον Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, προκλήθηκαν πολύ μεγάλες αντιδράσεις, από την επιλογή του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, δηλαδή του δημοσίου, να εκπροσωπήσει τους δύο κατηγορούμενους, παρέχοντάς τους νομική υποστήριξη στη δίκη.
Το ζήτημα πήρε πολύ μεγάλες διαστάσεις μετά τη γενική κατακραυγή συγγενών θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας, με το δικαστήριο να ζητά από το δημόσιο να ερωτηθεί αν… επιθυμεί να δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά των δύο στελεχών της ανεξάρτητης αρχής και ανέβαλε την υπόθεση.
Τελικώς, μετά την αναβληθείσα δίκη, το δημόσιο δεν παραστάθηκε κατά των δύο κατηγορουμένων, ενώ αντίθετα συνέχισε την νομική εκπροσώπηση ενός εκ των δύο κατηγορουμένων, μέσω μέλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Άρα, προς τι η εκ διαμέτρου αντίθετη επιλογή στην κύρια δίκη; Γιατί στην περίπτωση των στελεχών της ΕΑΔ το δημόσιο εκπροσωπεί κατηγορούμενο και απέχει από την υποστήριξη της κατηγορίας, ενώ στη μεγάλη δίκη γίνεται κατήγορος;
Σε κάθε περίπτωση, νομικοί τονίζουν ότι η επιλογή του δημοσίου να δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας συνδέεται αιτιωδώς με την πολύ πρόσφατη δικαστική απόφαση για αποζημίωση 400.000 ευρώ από το ελληνικό δημόσιο σε συγγενείς θυμάτων της τραγωδίας.
Αν και ο Κυριάκος Πιερρακάκης έσπευσε να προαναγγείλει ότι το δημόσιο θα παραιτηθεί από την έφεση, όπως έχει νομοθετηθεί ήδη για το Μάτι και τη Μάνδρα, εντούτοις νομικοί διαβλέπουν δικονομικό ελιγμό, πίσω από την απόφαση του ελληνικού δημοσίου να σταθεί δίπλα στους συγγενείς θυμάτων, δηλώνοντας παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Πηγή









