Το Πυροβολικό του ελληνικού Στρατού Ξηράς εισέρχεται σε μια περίοδο ταχείας μετάβασης, με στόχο να αποκτήσει χαρακτηριστικά που έως πρόσφατα ανήκαν σχεδόν αποκλειστικά στο πεδίο της Αεροπορίας και των διακλαδικών μέσων κρούσης.

Δεν πρόκειται απλώς για ανανέωση υλικού αλλά για αλλαγή φιλοσοφίας, αποστολής και τρόπου λειτουργίας του Πυροβολικού που παίζει ρόλο «κλειδί» στο πεδίο της μάχης για τον Στρατό Ξηράς.

Από όπλο τακτικής υποστήριξης σε μικρές και μεσαίες αποστάσεις, εξελίσσεται σε εργαλείο αποτροπής με δυνατότητα βαθιάς κρούσης, ακρίβειας, μαζικότητας και υψηλής δικτύωσης, ικανό να πιέζει τον αντίπαλο σε χρόνο και σε βάθος.

Στον πυρήνα αυτής της μετάβασης βρίσκονται τρία παράλληλα προγράμματα που, μαζί, συνθέτουν μια συνεκτική «δέσμη» ισχύος πυρός. Στην κορυφή η απόκτηση των ισραηλινών PULS, η οποία έχει αποφασιστεί, έχει περάσει από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής και προχωρά προς άμεση υλοποίηση.

Ακολουθεί ο εκσυγχρονισμός των RM-70, ώστε το όπλο της μαζικότητας να παραμείνει επιχειρησιακά επίκαιρο, με μεγαλύτερη επιβιωσιμότητα και ταχύτερη διαδικασία βολής. Ενώ ανοιχτό παραμείνει το ενδεχόμενο εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων MLRS (M270), όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν περιορίζεται στην αναβάθμιση της πλατφόρμας, αλλά επικεντρώνεται στα πυρομαχικά και ιδίως στο αν θα υπάρξει πρόσβαση στο PrSM.

Η κοινή συνισταμένη είναι μία καθώς το ΓΕΣ επιδιώκει μια πλήρη αλυσίδα ενεργειών, από την ανίχνευση και την ταυτοποίηση στόχου έως την άμεση προσβολή, με ταχύτητα που μειώνει δραστικά τον χρόνο αντίδρασης του αντιπάλου.

Σε ένα σύγχρονο πεδίο μάχης, όπου UAV, αισθητήρες, δορυφορικά δεδομένα και ηλεκτρονικές παρεμβολές καθορίζουν τον ρυθμό, η ισχύς πυρός πρέπει να είναι ταυτόχρονα «έξυπνη» και ανθεκτική.

PULS: Στην τελική ευθεία υλοποίησης

Τα τελευταία δεδομένα δείχνουν ότι η τελική συμφωνία για την απόκτηση των PULS εισέρχεται στο τελικό στάδιο, με τις εξελίξεις να αναμένονται ακόμα και εντός Φεβρουαρίου. Το πρόγραμμα έχει ήδη αποφασιστεί και προχωρά χωρίς αμφιβολία ως προς την κατεύθυνση, καθώς αποτελεί τον βασικό πυλώνα για την απόκτηση ικανότητας βαθιάς κρούσης από το Πυροβολικό.

Το πλαίσιο της συμφωνίας προβλέπει την προμήθεια 36 εκτοξευτών, εκπαίδευση, υποστήριξη και πλήρη φόρτο πυρομαχικών, με συνολικό οικονομικό αποτύπωμα που έχει παρουσιαστεί στα 692 εκατ. ευρώ. Το «βάρος» της συμφωνίας, ωστόσο, δεν εξαντλείται στον αριθμό των εκτοξευτών.

Εκείνο που αλλάζει την ισορροπία είναι η δυνατότητα χρήσης πλήρους γκάμας πυρομαχικών, ώστε το σύστημα να καλύπτει κλιμάκωση αποστάσεων και αποστολών, από κλασικά τακτικά πυρά έως βαθιά, ακριβή προσβολή στόχων υψηλής αξίας.

Στη λίστα των πυρομαχικών που έχουν παρουσιαστεί ως μέρος της συνολικής αρχιτεκτονικής περιλαμβάνονται επιλογές που μετακινούν το Πυροβολικό σε άλλη «κλάση» δυνατοτήτων:

  • Accular με εμβέλεια περίπου 40 χλμ.
  • EXTRA με εμβέλεια περίπου 150 χλμ.
  • Predator Hawk ER – τακτικός βαλλιστικός πύραυλος – με εμβέλεια άνω των 300 χλμ.

Η διαφορά είναι ποιοτική. Το Πυροβολικό παύει να περιορίζεται σε αποστολές υποστήριξης του μετώπου και αποκτά τη δυνατότητα να στοχεύει αεροπορικές βάσεις, ραντάρ, κόμβους διοίκησης, αποθήκες, γέφυρες, ενεργειακές υποδομές και κρίσιμες συγκεντρώσεις, δηλαδή εκείνα τα στοιχεία που στηρίζουν την αντοχή και τη συνέχεια των επιχειρήσεων του αντιπάλου.

Κινητικότητα, επιβιωσιμότητα και «shoot-and-scoot»: Το δόγμα που επιβάλλει το νέο περιβάλλον
Η επιλογή φορέα δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια. Η προσαρμογή των εκτοξευτών σε οχήματα 6×6 αντανακλά τη βασική επιταγή του σύγχρονου πολέμου που έχει ως βασικά στοιχεία τη διασπορά, την ταχύτητα και τον ελάχιστο χρόνος έκθεσης.

Ένας εκτοξευτές που παραμένει σε θέση μετά από βολή μετατρέπεται σε στόχο υψηλής προτεραιότητας μέσα σε λίγα λεπτά, λόγω αισθητήρων, UAV, ανίχνευσης ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών και συνδυασμού πληροφοριών από πολλαπλές πηγές.

Με άλλα λόγια, η επιβιωσιμότητα κρίνεται από τον ρυθμό δηλαδή την ενεργοποίηση, τη βολή και τη μετακίνηση. Αυτό είναι το πραγματικό «αντίδοτο» απέναντι σε μια αντίπαλη ικανότητα αντεπίθεσης, είτε με πυρά ακριβείας είτε με περιπλανώμενα πυρομαχικά.

Ελληνική συμμετοχή και τεχνογνωσία: Το επιχειρησιακό πλεονέκτημα της υποστήριξης

Ένα επιπλέον στοιχείο που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα αφορά την εγχώρια συμμετοχή και το αποτύπωμα στο εσωτερικό. Η εμπειρία δείχνει ότι στα πυραυλικά και δικτυοκεντρικά συστήματα, η πραγματική ισχύς δεν μετριέται μόνο σε βεληνεκές ή αριθμό εκτοξευτών. Μετριέται σε διαθεσιμότητα, ταχύτητα αποκατάστασης, επάρκεια ανταλλακτικών, ποιότητα τεχνικού προσωπικού και δυνατότητα εκτέλεσης εργασιών σε ελληνικό έδαφος.

Σε αυτό το πλαίσιο, η προβλεπόμενη εμπλοκή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας αποκτά διπλό ρόλο. Από τη μία, δημιουργεί τεχνική αυτάρκεια και μειώνει το επιχειρησιακό ρίσκο σε περιόδους πίεσης. Από την άλλη, διαμορφώνει υποδομές και ανθρώπινο κεφάλαιο που θα υποστηρίξουν και τα επόμενα προγράμματα, καθώς ο μετασχηματισμός δεν σταματά στους PULS.

Δικτύωση: Από τον αισθητήρα στη βολή σε χρόνο που «πιέζει» τον αντίπαλο
Η ουσία της αλλαγής βρίσκεται στην ταχύτητα με την οποία περνά η πληροφορία από τον αισθητήρα στο όπλο. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να υπάρχουν εκτοξευτές. Το ζητούμενο είναι να λειτουργούν ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος διοίκησης και ελέγχου, με ασφαλείς επικοινωνίες, ανταλλαγή δεδομένων και δυνατότητα άμεσης στοχοποίησης.

Το Πυροβολικό επιδιώκει να «συνομιλεί» με ετερογενείς πηγές πληροφοριών, επίγειες, εναέριες και ναυτικές. Όσο πιο γρήγορα ολοκληρώνεται ο κύκλος εντοπισμού-ταυτοποίησης-προσβολής, τόσο αυξάνεται η αποτρεπτική αξία, επειδή μειώνεται το περιθώριο αντίδρασης και επιβίωσης του αντιπάλου.

Επιχειρησιακή διάσταση: Έβρος και νησιά ως δύο διαφορετικές, αλλά συμπληρωματικές, εξισώσεις

Οι πληροφορίες ως προς την επιχειρησιακή στόχευση συγκλίνουν σε δύο βασικούς άξονες ανάπτυξης. Στον Έβρο, η έμφαση δίνεται σε πλήγματα που αποτρέπουν συγκέντρωση δυνάμεων, διαταράσσουν τη ροή ενισχύσεων και πλήττουν υποδομές και κόμβους. Η λογική εδώ είναι σαφής με τη δημιουργία κόστους πριν ο αντίπαλος αποκτήσει επιχειρησιακή ορμή.

Στο ανατολικό Αιγαίο η δυνατότητα μεγάλης εμβέλειας ενισχύει μια ζώνη άρνησης πρόσβασης και παρέχει επιλογές προσβολής στόχων σε βάθος, χωρίς να απαιτείται ανάπτυξη «στην πρώτη γραμμή». Αυτό προσφέρει ευελιξία, επιβιωσιμότητα και δυνατότητα διατήρησης ισχύος πυρός ακόμη και υπό πίεση.

RM-70: Η μαζικότητα παραμένει αναγκαία, αλλά με σύγχρονη μορφή

Η μετάβαση σε πυρά ακριβείας δεν καταργεί την αξία του όγκου πυρών. Αντιθέτως, σε σενάρια κορεσμού, παρεμπόδισης, δημιουργίας ζωνών απαγόρευσης ή κάλυψης τομέων, η μαζικότητα παραμένει κρίσιμη. Γι’ αυτό και ο εκσυγχρονισμός των RM-70 προχωρά ως διακριτός πυλώνας της συνολικής προσπάθειας.

Το πρόγραμμα αφορά 111 εκτοξευτές, με προβλεπόμενη πίστωση 90.576.000 ευρώ, έναρξη χρηματοδότησης το 2026 και κατανομή έως το 2031.

Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας και στην υλοποίηση εντός Ελλάδας, ώστε να διαμορφωθεί τεχνική βάση υποστήριξης με διάρκεια.

Ο επιχειρησιακός στόχος ενός τέτοιου εκσυγχρονισμού κινείται σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις:

  • Νέο σύστημα ελέγχου πυρός και ηλεκτρονικά για ταχύτερη βολή.
  • Σύγχρονα συστήματα πλοήγησης και αυτοεντοπισμού για άμεση είσοδο σε αποστολή.
  • Ασφαλείς επικοινωνίες, ώστε οι εκτοξευτές να λαμβάνουν δεδομένα στόχων και να εντάσσονται σε δομή C2.
  • Ενίσχυση αξιοπιστίας και διαθεσιμότητας μέσω ανακατασκευών και πρόβλεψης ανταλλακτικών.

Τα RM-70 δεν καλούνται να γίνουν «έξυπνα» με τον τρόπο των κατευθυνόμενων πυρομαχικών αλλά να γίνουν πιο γρήγορα, πιο ασφαλή και πιο αξιόπιστα, ώστε να παραμείνουν χρήσιμα ως εργαλείο μαζικής ισχύος πυρός.

MLRS και το μεγάλο ερώτημα των πυρομαχικών: PrSM, εκσυγχρονισμός και πιθανός δρόμος προς HIMARS

Το κεφάλαιο των MLRS (M270) παραμένει ανοικτό και συνδέεται ευθέως με τη δημοσιονομική πραγματικότητα. Τα τελευταία δεδομένα δείχνουν ότι το ΓΕΣ αφήνει περιθώριο για αναβάθμιση περίπου των μισών συστημάτων, εφόσον προκύψει πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος, ενώ στο ίδιο πλαίσιο παραμένει στο τραπέζι και το ενδεχόμενο απόκτησης περιορισμένου αριθμού HIMARS.

Ωστόσο, η πραγματική «κόκκινη γραμμή» δεν είναι μόνο η πλατφόρμα. Είναι το βλήμα καθώς αναβάθμιση από μόνη της δεν παράγει αποτροπή αν δεν συνοδεύεται από πρόσβαση σε προηγμένα πυρομαχικά που μεταφέρουν το επιχειρησιακό αποτύπωμα σε νέα κλίμακα.

Ως τώρα, η εικόνα που είχε διαμορφωθεί από την αμερικανική πλευρά ήταν ότι το PrSM δεν αποδεσμεύεται. Αυτή η θέση περιόριζε πρακτικά τη συζήτηση, καθώς το PrSM αποτελεί το βασικό βήμα για να μετατραπεί το MLRS σε εργαλείο βαθιάς κρούσης με σύγχρονα χαρακτηριστικά.

Οι τελευταίες πληροφορίες όμως αναφέρουν ότι πλέον υπάρχει πρόθεση αποδέσμευσης. Αυτό το στοιχείο, εφόσον επιβεβαιωθεί επισήμως, αλλάζει το πλαίσιο. Στρατιωτικές πηγές τονίζουν ότι αναμένουν επίσημη ενημέρωση από την αμερικανική κυβέρνηση, προκειμένου να αξιολογηθούν επόμενα βήματα, πάντα σε συνάρτηση με τον δημοσιονομικό χώρο.

Έως τώρα πάντως μέσω κάποιου επίσημου διαύλου δεν έχει γνωστοποιηθεί απόφαση αποδέσμευσης ενώ όπως τονίζουν στρατιωτικές πηγές σημασία έχει και αν ο χρόνος αποδέσμευσης είναι άμεσος ή στο απώτερο μέλλον.

Είναι κρίσιμη μια λεπτή, αλλά ουσιαστική διάκριση. Άλλο η πρόθεση που μεταφέρεται από τη βιομηχανία και άλλο η θεσμική απόφαση αποδέσμευσης. Η δεύτερη είναι εκείνη που μετρά, καθώς καθορίζει τι μπορεί να προχωρήσει στην πράξη και με ποιους όρους.

Η νέα μορφή του Πυροβολικού

Το πρόγραμμα PULS έχει ληφθεί ως απόφαση, έχει περάσει από την αρμόδια επιτροπή της Βουλής και βαδίζει προς άμεση υλοποίηση. Ο εκσυγχρονισμός των RM-70 έχει δρομολογηθεί με συγκεκριμένο οικονομικό και χρονικό αποτύπωμα, ώστε να διατηρηθεί η μαζικότητα ως επιχειρησιακό πλεονέκτημα.

Το μεγάλο, ανοικτό κεφάλαιο είναι τα MLRS. Εκεί, η απόφαση θα κριθεί από τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο και, κυρίως, την επίσημη στάση της αμερικανικής κυβέρνησης για το PrSM.

Αν επιβεβαιωθεί η αλλαγή πλεύσης, τότε η συζήτηση για αναβάθμιση M270 και πιθανή προμήθεια HIMARS αποκτά νέα δυναμική και διαφορετικό επιχειρησιακό νόημα.

Σε κάθε περίπτωση, το Πυροβολικό του Στρατού Ξηράς περνά σε μια νέα εποχή, όπου η ισχύς πυρός δεν είναι μόνο αριθμοί και διαμετρήματα. Είναι εμβέλεια, δικτύωση, ταχύτητα απόφασης και δυνατότητα επιβολής κόστους σε βάθος. Και αυτό, στην πράξη, είναι για το Στρατιωτικό Επιτελείο η ουσία της σύγχρονης αποτροπής.

Πηγή: OnAlert.gr – Ρεπορτάζ: Κώστας Σαρικάς


Πηγή