Σταθερά πάνω από τα 2 ευρώ είναι σήμερα η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης σε ολόκληρη την Ελλάδα.
Γράφει ο Δημήτρης Χριστούλιας
Οι σημαντικές αυξομειώσεις στη διεθνή τιμή του πετρελαίου Μπρεντ προκαλούν και σημαντικές αυξομειώσεις στις τιμές των καυσίμων στα βενζινάδικα της χώρας.
Έτσι η ολιγοήμερη εκεχειρία είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της διεθνούς τιμής του πετρελαίου Μπρεντ που ήδη έχει φανεί σε αρκετές βενζινάδικα της χώρας, με την τιμή του πετρελαίου κίνησης να πωλείται σε ορισμένα και κάτω από τα 2 ευρώ το λίτρο.
Μειώσεις που αναμένεται να συνεχισθούν και αύριο 15 Απριλίου. Ωστόσο το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων αναμένεται να οδηγήσει σε νέες ανατιμήσεις στα καύσιμα, κατά πάσα πιθανότητα ακόμη και μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία από το Παρατηρητήριο Τιμών για τα καύσιμα της Ανεξάρτητη Αρχής Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή η μέση τιμή αμόλυβδη βενζίνη είναι στα 2,062 ενώ στα ίδια σχεδόν επίπεδα είναι και η τιμή στο πετρέλαιο κίνησης.
Η τιμή του Μπρεντ κινείται στην περιοχή των 100 δολαρίων το βαρέλι, από 110 δολάρια το βαρέλι που είχε όταν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ήταν σε πλήρη εξέλιξη πριν την εκεχειρία.
Μεγάλες αυξήσεις
Αναλυτικότερα, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης ήταν στο 1,75 ευρώ το λίτρο και σήμερα πωλείται προς 2,06 ευρώ το λίτρο, με την διαφορά να φτάνει τα 31 λεπτά το λίτρο. Αντίστοιχες είναι οι αυξήσεις στο πετρέλαιο κίνησης, το οποίο στις αρχές Μαρτίου πωλούνταν προς 1,57 ευρώ το λίτρο, κατά μέσο όρο και σήμερα 2,06 ευρώ το λίτρο με την αύξηση να φτάνει τα 49 λεπτά το λίτρο. Επίσης, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης έχει φτάσει το 1,81 ευρώ το λίτρο κατά μέσο όρο από 1,18 ευρώ το λίτρο πριν από περίπου έναν μήνα με την άνοδο να φτάνει τα 63 λεπτά ανά λίτρο.
Η πιο φθηνή αμόλυβδη βενζίνη διατίθεται στον νομό Αττικής με την μέση τιμή στα 2,039 ευρώ ανά λίτρο και το πιο φθηνό πετρέλαιο κίνησης στον νομό Χίου στα 2.025 ευρώ ανά λίτρο.
Σε ότι αφορά, το φυσικό αέριο καταγράφει μείωση κατά περίπου 2% και κινείται στην περιοχή των 45 ευρώ την μεγαβατώρα, από 32 ευρώ την μεγαβατώρα στις αρχές του πολέμου.
Στα ίδια επίπεδα με πέρυσι η πασχαλινή αγορά
Η πασχαλινή αγορά του 2026 στην Ελλάδα κινήθηκε σε ένα περιβάλλον έντονων πιέσεων στο διαθέσιμο εισόδημα, αλλά και προσαρμογής της καταναλωτικής συμπεριφοράς στα νέα δεδομένα, επισημαίνει σε ανακοίνωσή του το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς. Η συνολική εικόνα σε πρώτη ανάγνωση έδειξε ότι, ο τζίρος της πασχαλινής περιόδου διατηρήθηκε σε σχετικά σταθερά επίπεδα, ωστόσο αυτό οφείλεται κυρίως λόγω της αύξησης των τιμών και όχι της κατανάλωσης, που φαίνεται σε όγκο να υποχώρησε 2-5%. Με άλλα λόγια, οι καταναλωτές ξόδεψαν περίπου τα ίδια ή περισσότερα χρήματα, αλλά αγόρασαν λιγότερα προϊόντα, με σαφή ένδειξη της πραγματικής αγοραστικής δύναμης. Μεγάλο ποσοστό στράφηκε σε οικονομικότερες επιλογές, είτε επιλέγοντας προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, είτε αλλάζοντας κατάστημα, ακόμη και σε επίπεδο καθημερινών αγορών. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΒΕΠ Βασίλη Κορκίδη «το φετινό Πάσχα παρέμεινε μια περίοδος αυξημένης εμπορικής δραστηριότητας, με μικρή διάρκεια και μεγάλη ένταση, αλλά με πιο συγκρατημένα χαρακτηριστικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια».
Η τάση των πρόωρων αγορών ενισχύθηκε, με πολλούς καταναλωτές υπό τον φόβο ανατιμήσεων να προχωρούν σε αγορές αρκετές ημέρες πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, επιδιώκοντας να «κλειδώσουν» χαμηλότερες τιμές. Όσοι πάλι επέλεξαν τη πρακτική της «τελευταίας στιγμής» ευνοήθηκαν από τη μείωση των τιμών το Μ. Σάββατο, κυρίως στα βασικά είδη του πασχαλινού τραπεζιού, όπως το αρνί και το κατσίκι.
Τα τρόφιμα είχαν υψηλή συμμετοχή με 50% και τζίρο περίπου 750 εκ. ευρώ, τα πασχαλινά παραδοσιακά δώρα είχαν μεσαία συμμετοχή με 20% και περίπου 300 εκ. ευρώ, καθώς και η ένδυση υπόδηση με συμμετοχή 15% και περίπου 250 εκ. ευρώ. Ο εσωτερικός τουρισμός είχε σταθερή συμμετοχή με 10% και άνω των 150 εκ. ευρώ, ενώ οι υπόλοιποι κλάδοι είχαν συμπληρωματική συμμετοχή με 5% και χαμηλό τζίρο. Παρατηρήθηκε μικρή αλλαγή στις διατροφικές επιλογές, αλλά και μείωση των ποσοτήτων ανά οικογένεια.
Στο οικονομικό περιβάλλον, ο πληθωρισμός εξακολούθησε να επηρεάζει τις αγοραστικές αποφάσεις. Η αύξηση του κόστους ενέργειας και μεταφορών, μεταφέρθηκε εν μέρει στις τελικές τιμές των προϊόντων, περιορίζοντας τα περιθώρια. Συνολικά, η πασχαλινή αγορά του 2026 αποτύπωσε μια μεταβατική φάση για το λιανεμπόριο. Οι επιχειρήσεις κλήθηκαν να ισορροπήσουν μεταξύ τιμών και ποιότητας, ενώ οι 8 στους 10 καταναλωτές υιοθέτησαν συγκρατημένη προσέγγιση στις αγορές τους. Οι τιμές ήταν αυξημένες από πέρυσι 12% στο αρνί, 10% στα οπωροκηπευτικά και 5-8% στα υπόλοιπα είδη που συνθέτουν το πασχαλινό τραπέζι.
enikonomia.gr









