Διανύουμε τους πρώτους μήνες του χρόνου, και αρκετοί από μας νιώθουμε την πίεση να θέσουμε νέους στόχους, να κάνουμε μεγάλες αλλαγές και να ανανεώσουμε τη ζωή μας. Συνήθως, αυτό περιλαμβάνει την εφαρμογή νέων συνηθειών στη καθημερινότητά μας και την υιοθέτηση ενός πιο φρέσκου mindset. Ωστόσο, αυτή η περίοδος μεταβατικών καταστάσεων συχνά μας γεμίζει με άγχος και οδηγεί σε στόχους που είναι αυστηροί και, τελικά, καταρρέουν. Η μέθοδος του soft planning προσφέρει μια διαφορετική και πιο ήπια προσέγγιση, η οποία μπορεί να μας βοηθήσει να θέσουμε στόχους με λιγότερη πίεση και περισσότερο ρεαλισμό, καθιστώντας τις αποφάσεις μας πιο “βιώσιμες” και πιο ευθυγραμμισμένες με τις πραγματικές μας ανάγκες.

Το ρίσκο της βιασύνης

Η αρχή του χρόνου φέρνει μαζί του την πίεση για άμεσες και μεγάλες αλλαγές. Όμως, όταν οι στόχοι είναι υπερβολικά φιλόδοξοι ή αυστηροί, η παραμικρή αποτυχία μπορεί να μας απογοητεύσει και να μας οδηγήσει στην εγκατάλειψη. Αυτές οι γρήγορες αλλαγές συχνά οδηγούν σε ένα μοτίβο σκέψης «ή όλα ή τίποτα».

Επίσης, αυτά τα φαινόμενα εντείνονται από την τάση να υποσχόμαστε «μεγάλες αλλαγές» στην προσωπική μας ταυτότητα (π.χ., «Θα γίνω το άτομο που σηκώνεται νωρίς το πρωί»), αντί να εφαρμόζουμε μικρές, ρεαλιστικές προσαρμογές, όπως το να ξυπνάμε 30 λεπτά νωρίτερα για να έχουμε χρόνο για τον εαυτό μας. Η υπερφόρτωση σε πολλούς τομείς της ζωής μας, από την υγεία μέχρι τις σχέσεις και την εργασία, μπορεί να γίνει εξαιρετικά καταπιεστική, οδηγώντας μας να εγκαταλείψουμε τα πάντα μόλις «αποτύχουμε» σε έναν τομέα.

Τι είναι το “soft planning”;

Το soft planning είναι μια προσέγγιση στοχοθέτησης που αναγνωρίζει την ανάγκη για ευελιξία και ρεαλισμό. Αντί να θέτουμε στόχους που απαιτούν αυστηρές δεσμεύσεις και συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, το soft planning δίνει προτεραιότητα στην παρατήρηση, την περιέργεια και την εξερεύνηση. Αντί να εστιάζουμε στη «διάκριση» των στόχων μας, η μέθοδος αυτή εστιάζει στην ευημερία και την προσαρμοστικότητα. Οι στόχοι μας ξεκινούν από εκεί που βρισκόμαστε και από το τι έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε, αντί να μας σπρώχνουν προς μια ιδεαλιστική, σχεδόν καταπιεστική εκδοχή του εαυτού μας.

Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ της «απαλής σχεδίασης» και της παραδοσιακής μεθόδου καθορισμού στόχων είναι επομένως το πώς ορίζεται η επιτυχία. Αντί να δεσμευόμαστε σε αυστηρούς και δύσκολους στόχους, οι «ήπιοι στόχοι» επιτρέπουν τη χαλάρωση και τη διαδικασία της ανακάλυψης. Για παράδειγμα, αντί να υποσχεθούμε ότι θα γυμναστούμε για μία ώρα κάθε μέρα, μπορούμε να θέσουμε έναν «ήπιο στόχο» να εξερευνήσουμε νέους τρόπους κίνησης και να παρατηρήσουμε πώς νιώθουμε. Η ίδια λογική ισχύει και για τη διατροφή: αντί να κόψουμε αυστηρά την καφεΐνη, μπορούμε να εξετάσουμε πώς θέλουμε το σώμα μας να νιώθει—γεμάτο ενέργεια, ικανοποιημένο και θρεμμένο—και να κάνουμε επιλογές από εκεί.

Οι «ήπιοι στόχοι» λειτουργούν περισσότερο σαν μια πυξίδα παρά σαν μια λίστα ελέγχου. Παρά το γεγονός ότι οι στόχοι δεν είναι αυστηροί, μας βοηθούν να παραμείνουμε σε πορεία και να αναγνωρίσουμε τι πραγματικά θέλουμε από τη ζωή μας, χωρίς να αισθανόμαστε πίεση ή απογοήτευση όταν δεν επιτυγχάνουμε κάτι άμεσα.


vita.gr