Στις τραπεζικές καταθέσεις εστιάζει σημερινή ανάρτηση του υπουργού Επικρατείας, Άκη Σκέρτσου, που ξεκινά από ένα ρητορικό ερώτημα: «Υπάρχει διαφορά στη διατύπωση “7 στους 10 καταθέτες έχουν καταθέσεις κάτω των 1.000 ευρώ” και στη διατύπωση “7 στους 10 τραπεζικούς λογαριασμούς έχουν υπόλοιπο κάτω των 1.000 ευρώ”;». Και απαντά: «Ναι. Και η διαφορά είναι τεράστια.
Διότι η πρώτη διατύπωση αφορά ανθρώπους, ενώ η δεύτερη αφορά τραπεζικούς λογαριασμούς», εξηγεί και συνεχίζει:
«Κι όμως, στην ειδησεογραφία αλλά και στον σχολιασμό της αντιπολίτευσης βλέπουμε συχνά να συγχέονται τα δύο και να παρουσιάζεται ως δεδομένο το πρώτο, χωρίς αυτό να προκύπτει από τα στοιχεία.
Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, ορισμένα πράγματα ώστε ο δημόσιος διάλογος για τις καταθέσεις φυσικών προσώπων να γίνεται στη σωστή βάση.
Τα στοιχεία του ΤΕΚΕ καταγράφουν καταθέτες ανά τράπεζα και όχι μοναδικά φυσικά πρόσωπα.
Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να έχει λογαριασμό σε τρεις διαφορετικές τράπεζες και να καταγράφεται τρεις φορές. Κάθε συνδικαιούχος καταγράφεται επίσης χωριστά.
Γι’ αυτό, πάντα σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, στο τέλος του 2025 εμφανίζονται 31,7 εκατομμύρια επιλέξιμοι καταθέτες, δηλαδή τριπλάσιος αριθμός καταθετών όταν ο πληθυσμός της χώρας είναι περίπου 10,5 εκατομμύρια.
Ένα απλό παράδειγμα:
Ένας άνθρωπος έχει τρεις λογαριασμούς με:
* 500 ευρώ στον πρώτο,
* 800 ευρώ στον δεύτερο,
* 50.000 ευρώ στον τρίτο.
Οι δύο από τους τρεις λογαριασμούς του είναι κάτω από 1.000 ευρώ.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δύο στους τρεις Έλληνες έχουν κάτω από 1.000 ευρώ. Αντιθέτως, υπάρχει ένας άνθρωπος με συνολικές καταθέσεις 51.300 ευρώ.
Αυτή ακριβώς είναι η στατιστική παγίδα: δεν μπορούμε να μετατρέπουμε στοιχεία για λογαριασμούς ή καταθέσεις ανά τράπεζα σε στοιχεία για μοναδικά φυσικά πρόσωπα. Διότι το ΤΕΚΕ και η ΤτΕ για τεχνικούς εποπτικούς λόγους δεν μας δίνουν τη δυνατότητα να κάνουμε την αναγωγή του συνόλου των καταθέσεων ανά φυσικό πρόσωπο.
Τι δείχνουν, λοιπόν, τα πραγματικά στοιχεία;
Η εικόνα των τραπεζικών καταθέσεων των νοικοκυριών στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
*Από τον Δεκέμβριο του 2018 έως τον Δεκέμβριο του 2025, οι καταθέσεις φυσικών προσώπων αυξήθηκαν από 106,4 δισ. ευρώ σε 148,7 δισ. ευρώ. Δηλαδή: +42,4 δισ. ευρώ ή +39,8%.
Και το σημαντικότερο: η αύξηση δεν περιορίζεται στις πολύ μεγάλες καταθέσεις.
Αντίθετα, ένα πολύ μεγάλο μέρος της αύξησης προέρχεται από τα κλιμάκια των 5.000-100.000 ευρώ, στα οποία βρίσκονται σημαντικό μέρος των καταθέσεων των νοικοκυριών και της μεσαίας τάξης:
*Καταθέσεις 5.000-50.000 ευρώ: +16,0 δισ. ευρώ
*Καταθέσεις 50.000-100.000 ευρώ: +7,9 δισ. ευρώ
Μαζί, τα δύο αυτά κλιμάκια καταγράφουν αύξηση υπολοίπων σχεδόν 24 δισ. ευρώ από το 2018 έως το 2025.
Δεν βλέπουμε, επομένως, μόνο αύξηση των πολύ μεγάλων καταθέσεων. Βλέπουμε σημαντική ενίσχυση των καταθέσεων στα κλιμάκια των 5.000-100.000 ευρώ.
Άρα τι μπορούμε να πούμε με ασφάλεια;
*Η εικόνα ότι 7 στους 10 Έλληνες έχουν τραπεζικές καταθέσεις κάτω των 1.000 ευρώ δεν προκύπτει από τα στοιχεία του ΤΕΚΕ.
Τα στοιχεία δεν αφορούν μοναδικά φυσικά πρόσωπα. Αφορούν επιλέξιμους καταθέτες ανά τράπεζα, ενώ ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να εμφανίζεται περισσότερες από μία φορές χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίζουμε το σύνολο των καταθέσεων που έχει κάθε φυσικό πρόσωπο».
Επομένως, καταλήγει ο κ. Σκέρτσος, «από αυτά τα στοιχεία δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι 7 στους 10 Έλληνες έχουν καταθέσεις κάτω των 1.000 ευρώ.
*Αντίθετα, από την επεξεργασία των στοιχείων του ΤΕΚΕ και της Τράπεζας της Ελλάδος προκύπτει, με πολύ συντηρητικούς υπολογισμούς, ότι τουλάχιστον περίπου 4 εκατομμύρια φυσικά πρόσωπα έχουν λογαριασμό με υπόλοιπο μεταξύ 5.000 και 50.000 ευρώ, ενώ τουλάχιστον περίπου μισό εκατομμύριο φυσικά πρόσωπα έχουν λογαριασμό με υπόλοιπο άνω των 100.000 ευρώ.
Παράλληλα, τα υπόλοιπα των καταθέσεων στα κλιμάκια των 5.000-100.000 ευρώ έχουν αυξηθεί αθροιστικά κατά σχεδόν 24 δισ. ευρώ.
Το βασικό συμπέρασμα είναι καθαρό:
*Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα των 1.000 ευρώ στις τραπεζικές καταθέσεις. Είναι μια Ελλάδα στην οποία οι καταθέσεις των φυσικών προσώπων αυξήθηκαν σχεδόν 40% σε επτά χρόνια, με σχεδόν 24 δισ. ευρώ της αύξησης να προέρχονται από τα κλιμάκια των 5.000-100.000 ευρώ που αφορούν ευρύτερα τη μεσαία τάξη.
Η δημόσια συζήτηση για την οικονομική κατάσταση των Ελλήνων πρέπει να γίνεται με υπεύθυνη και τεκμηριωμένη ανάγνωση και ανάλυση των στοιχείων.
Γιατί άλλο οι τραπεζικοί λογαριασμοί. Κι άλλο οι άνθρωποι.
Διαφορετικά κινδυνεύουμε να παρασυρθούμε σε λανθασμένα συμπεράσματα που δεν υπηρετούν ούτε την αλήθεια ούτε τη γνώση».
enikonomia.gr









