Δέσμη τεσσάρων παρεμβάσεων, με σαφή στόχευση τη στήριξη των επιχειρήσεων προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητά τους στην πορεία για το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας, ετοιμάζει η κυβέρνηση ενόψει της ΔΕΘ. Οι τέσσερις βασικοί άξονες που βρίσκονται στο τραπέζι και φιλοδοξούν να αποτελέσουν έναν ουσιαστικό μηχανισμό ενίσχυσης της ελληνικής επιχειρηματικότητας είναι η μείωση και η σταδιακή κατάργηση της προκαταβολής φόρου, η μείωση κατά δύο μονάδες του φορολογικού συντελεστή για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και οι παρεμβάσεις στο φορολογικό καθεστώς των ελεύθερων επαγγελματιών. Πρόκειται για μέτρα που, εφόσον υλοποιηθούν, μπορούν να ενισχύσουν τις επιχειρήσεις ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος ενέργειας και τις ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες.
Της ΣΙΣΣΥΣ ΣΤΑΥΡΟΠΙΕΡΡΑΚΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Συνολικά, οι τέσσερις παρεμβάσεις συνθέτουν ένα πακέτο που επιχειρεί να απαντήσει σε δύο βασικές ανάγκες: στη μείωση των φορολογικών βαρών και στην ενίσχυση της ρευστότητας. Η μείωση της προκαταβολής φόρου απελευθερώνει άμεσα κεφάλαια, ενώ η μείωση του φορολογικού συντελεστή αυξάνει τα καθαρά κέρδη που παραμένουν στην επιχείρηση. Η μείωση των εισφορών περιορίζει το μη μισθολογικό κόστος και μπορεί να στηρίξει την απασχόληση, ενώ οι αλλαγές στους ελεύθερους επαγγελματίες επιχειρούν να αποκαταστήσουν τη σχέση εμπιστοσύνης της κυβέρνησης με μια επαγγελματική ομάδα που έχει πιεστεί έντονα τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, το μεγάλο στοίχημα που θα κρίνει ποια μέτρα από αυτά θα υλοποιηθούν τον προσεχή Σεπτέμβριο είναι η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα και στην ανάγκη ελάφρυνσης του επιχειρείν.
Προκαταβολή φόρου
Η προκαταβολή φόρου αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα βασικά βάρη για τις επιχειρήσεις, καθώς τις υποχρεώνει να προπληρώνουν φόρο για εισοδήματα που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει. Σήμερα, οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν το 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη της προηγούμενης χρήσης, ενώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές επιχειρήσεις το ποσοστό διαμορφώνεται στο 55%. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος της προκαταβολής, αλλά και το γεγονός ότι αυτή καταβάλλεται μαζί με τον κύριο φόρο. Έτσι, σε μια χρονιά κατά την οποία μια επιχείρηση έχει μειωμένο τζίρο ή χαμηλότερα κέρδη, μπορεί να καλείται να πληρώσει φόρο με βάση τα δεδομένα μιας καλύτερης προηγούμενης χρήσης.
Στην πράξη, αυτό δημιουργεί έντονη ταμειακή πίεση και δυσκολεύει τον οικονομικό προγραμματισμό. Αν, για παράδειγμα, μια επιχείρηση είχε καλή χρήση το 2025 αλλά το 2026 αντιμετωπίσει πτώση τζίρου, αυξημένα κόστη ή μειωμένη ζήτηση, εξακολουθεί να επιβαρύνεται με υψηλή προκαταβολή. Έτσι, το μέτρο λειτουργεί σαν ταμειακό βάρος, περιορίζοντας χρήματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μισθούς, προμηθευτές, ενοίκια, επενδύσεις ή αποπληρωμή υποχρεώσεων.
Η μείωση της προκαταβολής φόρου -και ακόμη περισσότερο η σταδιακή κατάργησή της- θα μπορούσε να λειτουργήσει ως άμεση ενίσχυση της ρευστότητας. Τα χρήματα που σήμερα δεσμεύονται για μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις θα μπορούσαν να παραμείνουν στην επιχείρηση και να χρησιμοποιηθούν για λειτουργικές ανάγκες, επενδύσεις ή αποπληρωμή οφειλών. Το μέτρο έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση ή κεφάλαιο κίνησης.
Μείωση συντελεστή
Στο τραπέζι βρίσκεται η πρόταση για μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή από το 22% στο 20% για περίπου 700.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ο εταιρικός φόρος στην Ελλάδα φτάνει σήμερα κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο το ζητούμενο δεν είναι μόνο η σύγκριση των συντελεστών, αλλά η συνολική επιβάρυνση που αντιμετωπίζει μια επιχείρηση. Όταν ο εταιρικός φόρος συνδυάζεται με προκαταβολή φόρου, ασφαλιστικές εισφορές, ενεργειακό κόστος, ενοίκια και αυξημένες τιμές πρώτων υλών, το τελικό βάρος γίνεται πολύ μεγαλύτερο. Για παράδειγμα, μια επιχείρηση με φορολογητέα κέρδη 100.000 ευρώ πληρώνει σήμερα φόρο 22.000 ευρώ. Με συντελεστή 20%, ο φόρος θα μειωνόταν στα 20.000 ευρώ, άρα θα έμεναν 2.000 ευρώ επιπλέον στην επιχείρηση και θα έδιναν μια μικρή ανάσα. Για μεγαλύτερα κέρδη, το όφελος αυξάνεται αναλογικά. Για μικρές επιχειρήσεις, ακόμη και τέτοια ποσά μπορούν να καλύψουν λειτουργικά έξοδα, μέρος της μισθοδοσίας, ασφαλιστικές υποχρεώσεις ή μικρές επενδύσεις.
Όπως έχει επισημανθεί από όλους τους παράγοντες της αγοράς, οι ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις λειτουργούν σε περιβάλλον υψηλού κόστους εξαιτίας των αυξημένων τιμών της ενέργειας, των πρώτων υλών, των μεταφορικών και των ενοικίων. Αν μειωθεί ο φόρος στα κέρδη θα υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων χωρίς να μετακυλίσουν όλο το κόστος στους καταναλωτές, ενώ θα έμεναν περισσότερα καθαρά κέρδη στις επιχειρήσεις. Αυτά τα κεφάλαια μπορούν να αξιοποιηθούν για επενδύσεις σε εξοπλισμό, ψηφιακά εργαλεία, ενεργειακή αναβάθμιση ή επέκταση δραστηριοτήτων. Παράλληλα, μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των μικρών επιχειρήσεων απέναντι σε μεγαλύτερους παίκτες της αγοράς. Όπως αναφέρουν παράγοντες της αγοράς, εάν μειωθεί μέρος του φορολογικού βάρους, αποκτούν μεγαλύτερο περιθώριο να κρατήσουν σταθερές τις τιμές τους, να βελτιώσουν τις υπηρεσίες τους ή να προχωρήσουν σε προσλήψεις.
Ασφαλιστικές εισφορές
Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους θεωρείται κρίσιμη για την απασχόληση. Από το 2019 και μετά έχουν ήδη γίνει μειώσεις στις εισφορές μισθωτών, οι οποίες φτάνουν συνολικά τις 5,4 ποσοστιαίες μονάδες. Σήμερα, το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών εργοδότη και εργαζομένου διαμορφώνεται στο 36,16%, ενώ η κυβέρνηση έχει προαναγγείλει νέα μείωση κατά μισή μονάδα. Mε τη νέα παρέμβαση το ποσοστό θα περιοριστεί στο 34,66%, συνεχίζοντας την πορεία αποκλιμάκωσης. To μέτρο θα αφορά περίπου 2,3 εκατομμύρια μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και περισσότερες από 300.000 επιχειρήσεις, με βασικό στόχο να μειωθεί περαιτέρω το κόστος εργασίας και να δημιουργηθεί πρόσθετος χώρος για αυξήσεις μισθών και νέες προσλήψεις.
Ωστόσο, στο πλαίσιο των μέτρων που εξετάζονται ενόψει ΔΕΘ, υπάρχει σενάριο για μεγαλύτερη μείωση, έως μία ποσοστιαία μονάδα, κυρίως από την πλευρά των εργοδοτικών εισφορών. Η λογική πίσω από αυτή την επιλογή είναι ότι η μείωση του μη μισθολογικού κόστους μπορεί να δώσει στις επιχειρήσεις περιθώριο είτε να αυξήσουν τους μισθούς είτε να προχωρήσουν σε νέες προσλήψεις.
Η μείωση των εργοδοτικών εισφορών είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις επιχειρήσεις έντασης εργασίας, δηλαδή για εκείνες στις οποίες το κόστος προσωπικού αποτελεί μεγάλο μέρος των συνολικών δαπανών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ακόμη και μια μικρή μείωση μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις για απασχόληση. Εάν το κόστος πρόσληψης μειωθεί, μια επιχείρηση μπορεί ευκολότερα να διατηρήσει θέσεις εργασίας ή να προσθέσει νέο προσωπικό. Παράλληλα, η μείωση των εισφορών μπορεί να συνδεθεί με αυξήσεις αποδοχών, ώστε το όφελος να μη μείνει μόνο στην επιχείρηση, αλλά να περάσει και στους εργαζομένους. Ενα από τα σενάρια που εξετάζονται είναι η μείωση να δοθεί εξ ολοκλήρου στους εργοδότες, με στόχο τον περιορισμό του κόστους και την ενίσχυση των μισθών, ενώ μια δεύτερη εκδοχή προβλέπει επιμερισμό του οφέλους μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.
Τεκμαρτό
Η επιβολή του τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς πολλοί αυτοαπασχολούμενοι θεώρησαν ότι επιβαρύνθηκαν ανεξάρτητα από την πραγματική οικονομική τους κατάσταση. Γι’ αυτόν τον λόγο, στο τραπέζι βρίσκονται διορθωτικές παρεμβάσεις, ενώ στον ορίζοντα προβάλλει ακόμη και σενάριο κατάργησης του τεκμαρτού συστήματος από το 2027 για τις δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2028. Η λογική αυτού του σχεδίου στηρίζεται στην εκτίμηση ότι όσο προχωρούν τα ψηφιακά εργαλεία ελέγχου και περιορίζεται το κενό ΦΠΑ, τόσο λιγότερο αναγκαία θα είναι η χρήση οριζόντιων τεκμηρίων.
Η σταδιακή ενεργοποίηση των ηλεκτρονικών βιβλίων myDATA, η διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών, η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, τα ψηφιακά δελτία αποστολής, η ηλεκτρονική τιμολόγηση και το ψηφιακό πελατολόγιο δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον φορολογικής διαφάνειας. Όταν η φορολογική διοίκηση μπορεί να παρακολουθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια τα πραγματικά έσοδα και τις συναλλαγές, τότε μειώνεται η ανάγκη για τεκμαρτούς υπολογισμούς που συχνά αδικούν όσους δηλώνουν κανονικά τα εισοδήματά τους. Πάντως, σε πρώτη φάση θα υπάρξουν επιπλέον διορθωτικές παρεμβάσεις στο καθεστώς τεκμαρτού υπολογισμού του εισοδήματος ώστε να μην προκύπτουν υπέρμετρες επιβαρύνσεις. Πιθανή κατάργηση ή χαλάρωση των τεκμηρίων θα είχε και πολιτικό χαρακτήρα, καθώς θα επιχειρούσε να αποκαταστήσει τη σχέση της κυβέρνησης με μια κοινωνική ομάδα που παραδοσιακά έχει μεγάλη βαρύτητα για την οικονομία.
enikonomia.gr









