Η κρίση κατοικίας στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα της συσσώρευσης πολιτικών και οικονομικών εξελίξεων των τελευταίων 15 ετών και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με επιδοματικές παρεμβάσεις, όπως αναφέρει σε νέα μελέτη του το ΙΜΕ –ΓΣΕΒΕΕ.
Η μελέτη επισημαίνει ότι η εκρηκτική αύξηση του κόστους στέγασης, σε συνδυασμό με τη χαμηλότερη αύξηση των εισοδημάτων, έχει οδηγήσει ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά σε στεγαστική και ενεργειακή επιβάρυνση.
Τα στοιχεία
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, το 27% των ελληνικών νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, έναντι περίπου 18% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 35,4% την περίοδο 2018-2023, όταν τα διαθέσιμα εισοδήματα αυξήθηκαν μόλις κατά 8%.
Η μελέτη αποδίδει την όξυνση του προβλήματος σε ένα σύνολο παραγόντων, μεταξύ των οποίων:
- τη μεγάλη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης κατοικιών,
- τη συγκέντρωση πληθυσμού και οικονομικής δραστηριότητας κυρίως στην Αττική,
- τη γήρανση του κτιριακού αποθέματος και το υψηλό κόστος ανακαίνισης,
- την αύξηση του ενεργειακού κόστους στέγασης,
- την υψηλή φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας,
- τις δυσκολίες πρόσβασης σε στεγαστική πίστη,
- την εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων,
- τις επιπτώσεις του προγράμματος Golden Visa στη διαθεσιμότητα κατοικιών,
- τις καθυστερήσεις στην αξιοποίηση κενών ακινήτων, λόγω πολεοδομικών και κληρονομικών εκκρεμοτήτων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, η οποία, σύμφωνα με την ΓΣΕΒΕΕ, αποδυνάμωσε τη δυνατότητα άσκησης κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής, ενώ επισημαίνεται ότι η ιδιοκατοίκηση έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Παρεμβάσεις
Ως προς τις παρεμβάσεις, η μελέτη υποστηρίζει ότι απαιτείται ένας συνδυασμός άμεσων και μακροπρόθεσμων πολιτικών με βασικό στόχο την αύξηση της προσφοράς κατοικιών και την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ εισοδημάτων και κόστους στέγασης.
Στις βραχυπρόθεσμες προτάσεις περιλαμβάνεται η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος όχι μόνο μέσω αυξήσεων μισθών και συντάξεων, αλλά και με φορολογικές ελαφρύνσεις, όπως η έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα των δαπανών για ενοίκιο, στεγαστικά δάνεια πρώτης κατοικίας και ενεργειακές δαπάνες. Παράλληλα προτείνεται η ανακατεύθυνση των στεγαστικών επιδομάτων προς πολιτικές που αυξάνουν την προσφορά κατοικιών, η αποσύνδεση της Golden Visa από την αγορά κατοικίας, ώστε να επιστρέψει στην αγορά μέρος του διαθέσιμου αποθέματος, καθώς και η επιτάχυνση των δικαστικών, πολεοδομικών και αδειοδοτικών διαδικασιών που σήμερα καθυστερούν την αξιοποίηση χιλιάδων ακινήτων.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η μελέτη θεωρεί ότι η αντιμετώπιση του στεγαστικού περνά μέσα από την αποκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας και του πληθυσμού. Προτείνεται η αναβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης στην περιφέρεια, η ενίσχυση των μεταφορικών, ψηφιακών και λοιπών υποδομών, καθώς και η δημιουργία κινήτρων για εγκατάσταση επιχειρήσεων και εργαζομένων εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Παράλληλα εισηγείται την αξιοποίηση των ανενεργών κατοικιών, ακόμη και μέσω σχημάτων δημόσιας ή κοινωνικής αντιπαροχής, την εφαρμογή πολιτικής κατεδαφίσεων επικίνδυνων ή εγκαταλελειμμένων κτισμάτων ώστε να δημιουργηθεί νέο οικιστικό απόθεμα, καθώς και τη χορήγηση οικονομικών κινήτρων για τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών στην περιφέρεια, με στόχο τη μείωση της πίεσης στις αγορές κατοικίας της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων και την ταυτόχρονη τόνωση της περιφερειακής ανάπτυξης.
enikonomia.gr









