Πέφτει σήμερα η αυλαία για την σπουδαία τραγουδίστρια Μαίρη Λίντα που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και η οποία έφυγε από τη ζωή την περασμένη Τετάρτη (22.07.2026) σε ηλικία 91 ετών.
Η κηδεία της Μαίρη Λίντα θα τελεστεί στις 10:00 το πρωί της Παρασκευής στον Ιερό Ναό Αγίου Ανδρέα, στο εκκλησάκι που βρίσκεται μέσα στο Γηροκομείο Αθηνών. Η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου δεν ήταν τυχαία, καθώς αποτελούσε προσωπική επιθυμία της τραγουδίστριας. Εκεί πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, βρίσκοντας φροντίδα και θαλπωρή και ήθελε οι αγαπημένοι της άνθρωποι να της πουν εκεί το τελευταίο αντίο.Μετά την εξόδιο ακολουθία, η ταφή της θα πραγματοποιηθεί στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Επιθυμία της οικογένειας της είναι αντί για στεφάνων, να πραγματοποιηθούν δωρεές προς το Γηροκομείο Αθηνών, ως μια συμβολική πράξη ευγνωμοσύνης και έμπρακτης στήριξης προς τον χώρο που τη φιλοξένησε και τη φρόντισε με αγάπη στα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Η Μαίρη Λίντα υπήρξε πάντα μια διακριτική και ευγενική παρουσία που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στο ελληνικό τραγούδι, ενώ χάρισε τη φωνή της σε κάποιες από τις σημαντικότερες επιτυχίες του ελληνικού τραγουδιού. Η πολύχρονη συνεργασία της με τον Μανώλη Χιώτη άφησε πίσω διαχρονικές επιτυχίες.
Με την απώλειά της κλείνει ένα σπουδαίο κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. ίδια είχε παντρευτεί δυο φορές και είχε αποκτήσει μια κόρη.
Ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία σε μικρή ηλικία, συμμετέχοντας στα «Ταλέντα» του Ορέστη Λάσκου, ενώ στη συνέχεια εμφανίστηκε σε βαριετέ και καμπαρέ της εποχής. Η γνωριμία της με τον σπουδαίο δεξιοτέχνη του μπουζουκιού Μανώλη Χιώτη αποτέλεσε σταθμό στην καριέρα της, καθώς δημιούργησαν ένα από τα πιο δημοφιλή μουσικά ντουέτα της δεκαετίας του 1960. Οι δυο τους υπήρξαν και σύζυγοι για περίπου μία δεκαετία, ενώ εμφανίστηκαν μαζί και σε αρκετές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Το 1961 κατέκτησε το Α’ Βραβείο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης με το τραγούδι «Απαγωγή», ενώ η πρώτη της δισκογραφική εμφάνιση πραγματοποιήθηκε με το τραγούδι «Πικρό ποτήρι» του Κώστα Καπλάνη.
Το 1964, κατά τη διάρκεια περιοδείας στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τον Μανώλη Χιώτη, τραγούδησε στον Λευκό Οίκο προς τιμήν του Αμερικανού προέδρου Λίντον Τζόνσον. Ανάμεσα στους θαυμαστές του διάσημου ζευγαριού συγκαταλέγονταν ο ηθοποιός Άντονι Πέρκινς και η κορυφαία σοπράνο Μαρία Κάλλας που όποτε βρίσκονταν στην Ελλάδα δεν έχαναν την ευκαιρία να τους διασκεδάσουν στο νυχτερινό κέντρο που εμφανίζονταν.
Με τη χαρακτηριστική φωνή και το μοναδικό της ταπεραμέντο επηρέασε πολλές νεότερες τραγουδίστριες, όπως η Γλυκερία, η Χαρούλα Αλεξίου, η Άννα Βίσση, η Κωνσταντίνα και η Δήμητρα Γαλάνη, με αρκετές από τις οποίες συνεργάστηκε και επί σκηνής.
Οι τελευταίες της εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα πραγματοποιήθηκαν τη σεζόν 1995-1996 με τη Χαρούλα Αλεξίου στη «Νεφέλη», τη σεζόν 2002-2003 με τη Γλυκερία στο «Χάραμα» και τη σεζόν 2011-2012 με την Άννα Βίσση στο «Rex».
Στη μακρόχρονη δισκογραφική της πορεία συνεργάστηκε, εκτός από τον Μανώλη Χιώτη, με κορυφαίους Έλληνες συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις.
Ανάμεσα στις μεγαλύτερες επιτυχίες της ξεχώρισαν τα τραγούδια «Απαγωγή», «Πικρό ποτήρι», «Μυρτιά», «Μαργαρίτα Μαργαρώ», «Το τελευταίο ποτηράκι», «Ηλιοβασιλέματα», «Περασμένες μου αγάπες», «Αθήνα κόρη τ’ ουρανού», «Ροδόσταμο», «Ροδιά», «Ένας αλήτης πέθανε», «Κόκκινα χείλια», «Θα σε περιμένω», «Θέλω απόψε να γλεντήσω», «Της ευτυχίας τα σκαλιά» και δεκάδες ακόμη τραγούδια που άφησαν το αποτύπωμά τους στο ελληνικό λαϊκό ρεπερτόριο.
Πηγή








