Η Ελλάδα αναβαθμίζεται από τον οίκο, JP Morgan σε υπεραπόδοση από ουδέτερη στάση.
Kατά αυτόν τον τρόπο, το ελληνικό χρηματιστήριο μπαίνει ξανά στο επίκεντρο της στρατηγικής της τράπεζας για τις αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής.
Μάλιστα, οι αναλυτές του οίκου αναφέρουν σε ενημερωτικό σημείωμα της JP Morgan με τίτλο «Greece: Raise to OW ahead of Eurostoxx entry in September», πως βασική ευκαιρία για επένδυση δεν είναι μια διπλάσια απόδοση αλλά ένας συνδυασμός μετρήσιμου ανοδικού δείκτη περιθωρίου κέρδους με περιορισμένο κίνδυνο σημαντικής διόρθωσης.
Η ένταξη των ελληνικών μετοχών στους δείκτες EuroStoxx / Stoxx Europe 600 κατά την αναδιάρθρωση της 18ης Σεπτεμβρίου είναι ο άμεσος καταλύτης ως προς αυτό.
Οι παθητικές εισροές
Σύμφωνα με την ομάδα των δεικτών της JP Morgan, οι παθητικές εισροές αναμένεται να αγγίξουν τα 956,6 εκατ. δολάρια,δηλαδή πρακτικά το 1 δισ. δολάρια.
Ακόμη η JP Morgan τονίζει πως, με την εξέλιξη αυτή, η ελληνική αγορά στηρίζεται περαιτέρω σημαντικά σε τεχνικό επίπεδο, σε μια περίοδο που η χώρα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στη λίστα με τους δείκτες αναδυόμενων αγορών της MSCI έως τον Μάιο του 2027.
Ο οίκος θεωρεί, το διάστημα των έως σχεδόν 8 μηνών ως ένα «παράθυρο» για την Ελλάδα, καθώς αυτή θα έχει το πλεονέκτημα να αντιμετωπίζεται ως μια ευρωπαϊκή αγορά από τους επενδυτές των αναπτυγμένων αγορών και θα εξακολουθεί να είναι ορατό αυτό.
Αυτό είναι κρίσιμο, διότι οι δείκτες της χώρας μας είναι στο 5,10% του MSCI EMEA και στο 0,50% του MSCI Emerging Markets.
Συνεπώς, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι αρμόδια για τα κεφάλαια που παρακολουθούν τις αναδυόμενες αγορές.
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες
Αξίζει να σημειωθεί πως, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες σχεδόν το 70% του MSCI Greece, σύμφωνα με την κεφαλαιοποίηση και της επενδυτικής προσοχής από την πλευρά των διεθνών επενδυτών.
Η JPMorgan σημειώνει ότι η αγορά ελληνικών μετοχών δεν είναι πλέον εξαιρετικά φθηνή, αλλά παραμένει μετρίως υποτιμημένη. Ειδικά οι τράπεζες διαπραγματεύονται με έκπτωση περίπου 10% έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών και περίπου 6% έναντι των τραπεζών των αναδυόμενων αγορών.
Σύμφωνα με τον πίνακα αποτιμήσεων της έκθεσης, η Ελλάδα διαπραγματεύεται με δείκτη τιμής προς κέρδη 10,8 φορές για τους επόμενους 12 μήνες, έναντι μέσου όρου δεκαετίας 10 φορές. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζονται στις 9,7 φορές, ενώ η μερισματική τους απόδοση διαμορφώνεται στο 4,9%, επίπεδο αντίστοιχο με αυτό των τραπεζών του EuroStoxx
Η ανάπτυξη και η πολιτική σταθερότητα
Η αναβάθμιση της Ελλάδας βασίζεται και στο μακροοικονομικό αφήγημα. Η JP Morgan τονίζει πως, η ελληνική οικονομία αναμένεται να “τρέξει” με ρυθμό 2% το 2026.
Το ποσοστό αυτό είναι πολύ υψηλότερο από τις εκτιμήσεις για την Ευρωζώνη, όπου η συναίνεση της αγοράς βρίσκεται στο 0,6% και η πρόβλεψη της ίδιας της JPMorgan στο 0,4%.
Ταυτόχρονα, ο οίκος θεωρεί πως, σχετικά ήρεμη είναι η
η πολιτική εικόνα, ενόψει των επόμενων εκλογών που θα πρέπει να διεξαχθούν έως τις 25 Ιουλίου 2027. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί διψήφιο προβάδισμα στις περισσότερες δημοσκοπήσεις. Αυτό θα μπορούσε να στηρίξει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, συμπληρώνει η JP Morgan. Το ρίσκο είναι η επόμενη φάση, όταν η Ελλάδα ενταχθεί πλήρως στις ανεπτυγμένες αγορές της MSCI, όπου το βάρος της θα μειωθεί σημαντικά.
Η JP Morgan αναμένει πως, ο δείκτης της Ελλάδα στο MSCI Europe θα ανέλθει στο 0,37% του MSCI Europe, μετά την Αυστρία και την Ιρλανδία, αλλά πάνω από την Πορτογαλία.
Μέχρι τότε, η αγορά εισέρχεται σε μια σπάνια συγκυρία, καθώς εξακολουθεί να είναι φθηνότερη από τους ευρωπαϊκούς δείκτες, έχει ισχυρή βαρύτητα στον τραπεζικό κλάδο , καλύτερο ρυθμό ανάπτυξης από την Ευρωζώνη και μπροστά της έχει έναν καθαρό καταλύτη εισροών σχεδόν 1 δισ. δολαρίων
enikonomia.gr









