Μερικές φορές μιλάμε με κάποιον για προσωπικά ζητήματα, μοιραζόμαστε εμπειρίες και σκέψεις, αλλά φεύγουμε χωρίς να νιώθουμε ότι γνωριστήκαμε καλύτερα. Άλλες φορές, μια συζήτηση για μια σειρά ή για τις διακοπές κυλά τόσο αβίαστα, που μας αφήνει την αίσθηση μιας απρόσμενης οικειότητας. Τι κάνει τη διαφορά;

Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Social Cognitive and Affective Neuroscience εξετάζει τι συμβαίνει στον εγκέφαλο καθώς δύο άγνωστοι συζητούν. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι το αίσθημα σύνδεσης σχετίζεται με τον συγχρονισμό της δραστηριότητας σε εγκεφαλικές περιοχές που μας βοηθούν να κατανοούμε τους άλλους. Το θέμα της συζήτησης φαίνεται επίσης να παίζει ρόλο, χωρίς να προδικάζει την έκβασή της.

Από τον καιρό στις προσωπικές εμπειρίες

Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε ζευγάρια και συζήτησαν πρόσωπο με πρόσωπο. Ορισμένοι έλαβαν ερωτήσεις για καθημερινά θέματα, όπως οι τηλεοπτικές τους προτιμήσεις. Άλλοι κλήθηκαν να μιλήσουν για πιο προσωπικά ζητήματα, όπως πώς θα ήταν η ιδανική τους μέρα ή πότε είχαν κλάψει μπροστά σε κάποιον.

Για 70 ζευγάρια υπήρχαν αξιοποιήσιμες καταγραφές και των δύο εγκεφάλων ταυτόχρονα. Οι μετρήσεις έγιναν με ειδικούς αισθητήρες στο κεφάλι, οι οποίοι ανιχνεύουν μεταβολές στην οξυγόνωση του αίματος ως έμμεση ένδειξη εγκεφαλικής δραστηριότητας. Μετά τη συζήτηση, οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν πόσο κοντά ένιωθαν στον συνομιλητή τους.

Συζήτηση… «στο ίδιο μήκος κύματος»

Κατά μέσο όρο, οι πιο προσωπικές συζητήσεις έφεραν μεγαλύτερη αίσθηση σύνδεσης. Παράλληλα, όταν οι συνομιλητές ένιωθαν πιο κοντά, οι καταγραφές τους παρουσίαζαν μεγαλύτερο συγχρονισμό σε ένα δίκτυο περιοχών που συμμετέχει στην κατανόηση εμπειριών, σκέψεων και συναισθημάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι σκέφτονταν ακριβώς τα ίδια. Ο συγχρονισμός περιγράφει παρόμοιες μεταβολές της καταγεγραμμένης δραστηριότητας με την πάροδο του χρόνου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε μια περιοχή στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου, η οποία συμμετέχει, μεταξύ άλλων, στην προσπάθειά μας να δούμε μια κατάσταση από την οπτική κάποιου άλλου. Ο συγχρονισμός της ήταν ο ισχυρότερος μεμονωμένος εγκεφαλικός δείκτης της σύνδεσης στη συγκεκριμένη ανάλυση.

Οι προσωπικές ερωτήσεις δεν εγγυώνται οικειότητα

Η εμπειρία των συμμετεχόντων δεν ταίριαζε πάντα με τις ερωτήσεις που είχαν λάβει. Περίπου το 29% των ζευγαριών αξιολόγησε το βάθος της συζήτησης διαφορετικά από την κατηγορία στην οποία είχε τοποθετηθεί. Μια φαινομενικά απλή κουβέντα μπορούσε να βιωθεί για παράδειγμα, ως βαθύτερη και το αντίστροφο.

Το βάθος μιας συζήτησης και η σύνδεση, πάντως, δεν είναι ταυτόσημα. Το ότι κάποιος μίλησε για κάτι προσωπικό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αισθάνθηκε ότι τον κατανοούν. Από την άλλη, ακόμη κι ένα καθημερινό θέμα μπορεί να γίνει η αφορμή για να αναδειχθούν κοινά ενδιαφέροντα, χιούμορ και αμοιβαία ανταπόκριση.

Περισσότερη προσοχή στη συζήτηση, λιγότερο «σενάριο»

Μια χρήσιμη σκέψη που μπορούμε να κρατήσουμε είναι να δίνουμε σημασία και στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η κουβέντα. Να ακούμε την απάντηση, να αφήνουμε χώρο στον άλλον και να συνεχίζουμε από κάτι που μας κίνησε πραγματικά την περιέργεια.

Οι προσωπικές ερωτήσεις μπορούν να ανοίξουν μια συζήτηση, όταν υπάρχει άνεση και από τις δύο πλευρές. Η οικειότητα, όμως, χρειάζεται χώρο για να αναπτυχθεί. Μερικές φορές η καλύτερη συνέχεια είναι μια απλή ερώτηση πάνω σε όσα μόλις ακούσαμε.


vita.gr