Η ιδέα ότι «θα το καταλάβετε» αν μιλάτε με ένα ρομπότ μοιάζει αυτονόητη. Όμως μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences υποστηρίζει ότι αυτό ίσως δεν ισχύει πια. Στα πειράματα, οι συμμετέχοντες συνομιλούσαν ταυτόχρονα με δύο συνομιλητές, έναν πραγματικό άνθρωπο και ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Σε μεγάλο ποσοστό, θεωρούσαν ότι το AI ήταν ο άνθρωπος και συχνά δεν αναγνώριζαν τον πραγματικό συνομιλητή.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι αυτό συνέβη όταν το AΙ chatbot είχε λάβει συγκεκριμένες οδηγίες για να υιοθετήσει μια «προσωπικότητα». Με αυτό το προφίλ, το σύστημα κατάφερε να πείσει τους κριτές ότι είναι άνθρωπος στο 73% των συνομιλιών.
Πώς λειτουργούσε το τεστ και γιατί ήταν τόσο απαιτητικό
Το Turing test που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν η απλή εκδοχή που έχουμε στο μυαλό μας (το τεστ Τούρινγκ προτάθηκε από τον μαθηματικό Άλαν Τούρινγκ το 1950 για να μετρήσει την ικανότητα μιας μηχανής να επιδεικνύει ανθρώπινη νοημοσύνη). Ο κριτής δεν επικοινωνούσε μόνο με έναν συνομιλητή, αλλά με δύο ταυτόχρονα (έναν άνθρωπο και ένα AI) και έπρεπε να αποφασίσει ποιος είναι ο πραγματικός.
Αυτή η λεπτομέρεια έκανε το τεστ πολύ πιο δύσκολο, γιατί δεν αρκούσε να φαίνεται το AI «αρκετά ανθρώπινο». Έπρεπε να φαίνεται πιο ανθρώπινο από τον άνθρωπο με τον οποίο συγκρίνεται. Κι όμως, τα σύγχρονα συστήματα τα κατάφεραν. Σε πολλές περιπτώσεις, οι συμμετέχοντες θεώρησαν ότι το AI ήταν ο άνθρωπος και ότι ο άνθρωπος ήταν το AI.
Γιατί οι άνθρωποι μπερδεύτηκαν τόσο εύκολα;
Οι ερευνητές ανέλυσαν πάνω από χίλιες συνομιλίες διάρκειας πέντε λεπτών. Αυτό που τους εντυπωσίασε δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι συμμετέχοντες προσπαθούσαν να ξεχωρίσουν το AI. Οι περισσότεροι δεν έκαναν δύσκολες ερωτήσεις ή τεστ λογικής. Αντίθετα, στράφηκαν σε καθημερινές, «ανθρώπινες» συζητήσεις, ρωτώντας για συναισθήματα, κάνοντας χιούμορ, μιλώντας για προσωπικές εμπειρίες, μικρές λεπτομέρειες της ζωής.
Και εκεί ακριβώς τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης φάνηκαν να αποδίδουν εξαιρετικά. Η ικανότητά τους να διατηρούν φυσική τη ροή της συζήτησης, να απαντούν με ζεστασιά και να προσαρμόζουν το ύφος τους έκανε την συνομιλία να μοιάζει πιο «ανθρώπινη». Πολλοί συμμετέχοντες βασίστηκαν στο «ένστικτο» ή στο «ύφος γραφής» και συχνά έπεσαν έξω.
Όταν οι κριτές κατάφερναν να αναγνωρίσουν τον πραγματικό άνθρωπο, αυτό συνέβαινε συνήθως επειδή έκανε κάτι που το AI δεν μπορεί να μιμηθεί εύκολα, για παράδειγμα δίσταζε, απέφευγε μια ερώτηση ή παραδεχόταν ότι δεν ξέρει κάτι.
Κι αν η συνομιλία με το AI κρατήσει περισσότερο;
Για να δουν αν ο χρόνος κάνει τη διαφορά, οι ερευνητές επανέλαβαν το πείραμα με συνομιλίες διάρκειας δεκαπέντε λεπτών. Σε αυτή τη φάση χρησιμοποιήθηκε ένα νεότερο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, καθώς το προηγούμενο μοντέλο δεν ήταν πλέον διαθέσιμο. Το αποτέλεσμα φάνηκε να είναι το ίδιο.
Ούτε ο χρόνος, ούτε η ηλικία, ούτε το μορφωτικό επίπεδο, ούτε η εμπειρία με chatbots δεν φάνηκαν να βοηθούν τους συμμετέχοντες να ξεχωρίσουν τον άνθρωπο από το AI.
Το αν η τεχνητή νοημοσύνη «σκέφτεται» όπως ο άνθρωπος είναι μια συζήτηση που θα συνεχιστεί για καιρό. Εκείνο όμως που δείχνει η μελέτη είναι ότι τα σύγχρονα συστήματα μπορούν πλέον να συμμετέχουν σε μια διαδικτυακή συνομιλία χωρίς να γίνονται εύκολα αντιληπτά, ένα εύρημα που δεν σημαίνει ότι οι μηχανές μας «ξεπερνούν», αλλά ότι ο τρόπος που επικοινωνούμε online αλλάζει πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζουμε.
vita.gr









