Σοκ και αποτροπιασμό έχει προκαλέσει η εκδίκαση της υπόθεσης θανάτου του 3χρονου Άγγελου στο Ηράκλειο, η οποία συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Ο μικρούλης έφυγε από τη ζωή στις 26.01.2025 με τη μητέρα του και τον σύντροφό της να κατηγορούνται για την κακοποίηση που του στοίχισε τη ζωή.

Με σκυμμένο κεφάλι και κάτω από δρακόντεια μέτρα ασφαλείας έφτασαν στα δικαστήρια Ηρακλείου το πρωί της Τρίτης 17.03.2026 οι κατηγορούμενοι για τον θάνατο του 3χρονου. Κατά την έναρξη της διαδικασίας, παρουσιάστηκε αναλυτικά το κατηγορητήριο, αποκαλύπτοντας τη σοβαρότητα των κακοποιητικών πράξεων που τους αποδίδονται.

Η εισαγγελέας περιέγραψε διεξοδικά τα τραύματα που έφερε το παιδί, κάνοντας λόγο για εκδορές, εκχυμώσεις και πολλαπλές κακώσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η μητέρα και ο σύντροφός της φέρονται να του χορηγούσαν ηρεμιστικά, προκειμένου να καταστέλλουν τις αντιδράσεις του και να μην ακούγονται οι κραυγές του.

Από την πλευρά της υπεράσπισης του πατριού, υποβλήθηκε αίτημα να καταθέσουν στο δικαστήριο η ιατροδικαστής και η ακτινολόγος, ώστε να διευκρινιστούν τα ευρήματα και να εξεταστούν σε βάθος οι αιτίες των τραυμάτων. Αντίστοιχα, η συνήγορος της μητέρας ζήτησε να κληθεί και ο γιατρός που παρακολουθούσε το παιδί πριν τη μεταφορά του στην Κρήτη.

Μετά από πολύωρη διαδικασία στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου, διακόπηκε η δίκη για την υπόθεση του θανάτου του 3χρονου Άγγελου, με το δικαστήριο να ορίζει νέα δικάσιμο για τις 12 Μαΐου 2026 στις 09:00 το πρωί.

Μέλη του Σωματείου “Άγγελος Προστάτης”, του φορέα που δημιουργήθηκε στη μνήμη του μικρού Άγγελου, με την έναρξη της δίκης άπλωσαν πανό ζητώντας δικαίωση για την ψυχή του 3χρονου παιδιού.

Τι υποστήριξε η πλευρά των κατηγορούμενων

Ο δικηγόρος του 45χρονου, Βασίλης Νουλέζας, υποστήριξε ότι τα πορίσματα της νεκροτομής δεν τεκμηριώνουν χρήση αντικειμένου για την πρόκληση των κακώσεων. Όπως ανέφερε, τα τραύματα ενδέχεται να προέρχονται από προγενέστερα περιστατικά και όχι από συγκεκριμένη ενέργεια τη μοιραία ημέρα, ενώ τόνισε ότι δεν υπάρχει στοιχείο που να συνδέει τον εντολέα του με χρήση βίαιου μέσου.

Ο ίδιος επισήμανε την ανάγκη να καταθέσει η ιατροδικαστής στο ακροατήριο, ώστε να αποσαφηνιστεί η προέλευση και η χρονική εξέλιξη των τραυμάτων, καθώς και η ακτινολόγος για τα σχετικά ευρήματα. Κατά τον ίδιο, η υπόθεση απαιτεί προσεκτική αξιολόγηση χωρίς βιαστικά συμπεράσματα.

 

Υποστήριξε ακόμη ότι τα στοιχεία δείχνουν πιθανή σύνδεση των τραυμάτων με παλαιότερα γεγονότα, ενώ για το περιστατικό κατά το οποίο το παιδί εντοπίστηκε σε κρίσιμη κατάσταση, δεν υπάρχουν αποδείξεις άμεσης ευθύνης του κατηγορούμενου. Όπως ανέφερε, η διερεύνηση πρέπει να οδηγήσει σε σαφή και τεκμηριωμένη δικανική κρίση.

Παράλληλα, τόνισε ότι ο εντολέας του δεν είχε γνώση προηγούμενων κακώσεων και αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή στην κακοποίηση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο διαφορετικής προέλευσης των τραυμάτων.

Από την πλευρά του βιολογικού πατέρα, ο συνήγορός του Δημήτρης Καπόγιαννος δήλωσε ότι οι κατηγορίες που του αποδίδονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και έχουν δημιουργήσει εσφαλμένη εικόνα εις βάρος του.

Όπως σημείωσε, «ο πελάτης μου είναι ένας άνθρωπος πολύ ευαίσθητος, άτολμος, ο οποίος δεν θα μπορούσε ποτέ να βλάψει ένα παιδί. Υπάρχει πλήθος μαρτυριών που το επιβεβαιώνουν, και φωτογραφικό υλικό που δείχνει ότι φρόντιζε τον Άγγελο, τον περιποιόταν, τον σίτιζε και το παιδί φαινόταν πραγματικά ευτυχισμένο».

Επιπλέον, υποστήριξε ότι η μητέρα και ο σύντροφός της προχώρησαν σε υπερβολικούς και ανακριβείς ισχυρισμούς σε βάρος του πατέρα, επισημαίνοντας ότι «από τότε και μετά ήταν πρακτικά αδύνατο να προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη κακοποίησης κατά του παιδιού. Δεν είχε παρατηρήσει ποτέ τραύματα ή εκδορές».

Ο συνήγορος ζήτησε να εξεταστεί με προσοχή το σύνολο της δικογραφίας και των καταθέσεων, προκειμένου να αποκατασταθεί η αλήθεια και να προστατευθεί η φήμη του εντολέα του, τονίζοντας ότι «ο εντολέας μου ουδέποτε κακοποίησε το παιδί και δεν υπήρξε ποτέ μάρτυρας βίας εκ μέρους της μητέρας».

Τέλος, επισήμανε ότι η διαδικασία αφορά πρωτίστως την απόδοση δικαιοσύνης στη μνήμη του παιδιού, υπογραμμίζοντας ότι η εμπλοκή του πατέρα στην υπόθεση είναι άδικη και του έχει στερήσει βασικά δικαιώματα συμμετοχής στην ακροαματική διαδικασία.

Το χρονικό

Το παιδάκι είχε μεταφερθεί σε κρίσιμη κατάσταση στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας Παίδων του ΠΑΓΝΗ, όπου νοσηλεύτηκε διασωληνωμένο, δίνοντας σκληρή μάχη για να κρατηθεί στη ζωή. Οι γιατροί είχαν καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να το σώσουν.

Οι σοβαρότατες κακώσεις που έφερε προέρχονταν από παρατεταμένη και βάναυση κακοποίηση. Είχε υποστεί εκτεταμένες κρανιοεγκεφαλικές βλάβες, ρήξη κοιλιακής αορτής, καθώς και εκχυμώσεις, μώλωπες, εκδορές και εγκαύματα από τσιγάρα, με το σώμα του να φέρει εμφανή σημάδια του μαρτυρίου που είχε βιώσει.

Παρά τις προσπάθειες του ιατρικού προσωπικού, δεν είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του και κατέληξε δύο εβδομάδες αργότερα στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου.

Κατά την έρευνα που είχε πραγματοποιηθεί στο σπίτι του ζευγαριού, οι αρχές είχαν εντοπίσει ένα αεροβόλο όπλο τύπου ΕΦΕ, ψυχοτρόπα φάρμακα, ένα ρόπαλο, καθώς και δύο κομμάτια ξύλου από παιδικό κρεβάτι.

Μετά τη σύλληψή της, η 26χρονη μητέρα είχε εμφανίσει συμπεριφορά που έδειχνε να μην έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της κατάστασης, ενώ δεν είχε δείξει ενδιαφέρον να ενημερωθεί για την πορεία της υγείας του παιδιού της.

Ο 45χρονος σύντροφός της ήταν χωρισμένος και είχε ένα παιδί από προηγούμενη σχέση, ενώ στο παρελθόν είχε απασχολήσει τις αρχές, καθώς περίπου τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε κατηγορηθεί για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας.

Το ζευγάρι είχε γνωριστεί μέσω Facebook και η 27χρονη είχε μετακομίσει από την Αθήνα στην Κρήτη μαζί με το παιδί, προκειμένου να συγκατοικήσουν στο σπίτι του συντρόφου της. Κατά το διάστημα των περίπου τριών μηνών που διέμεναν μαζί, το παιδί δεχόταν συστηματική κακοποίηση.

Στις αρχικές απολογίες τους ενώπιον του ανακριτή, οι δύο κατηγορούμενοι είχαν επιρρίψει ευθύνες ο ένας στον άλλον, με τη μητέρα να υποστηρίζει ότι ο σύντροφός της χτυπούσε το παιδί με ξύλο από την κούνια, ενώ ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι ήθελε να καταγγείλει τη μητέρα για την κακοποίηση, αλλά φοβόταν να το κάνει.


Πηγή