Ο συνδυασμός ήπιου – υγρού χειμώνα και υψηλών θερμοκρασιών είναι η αιτία της φετινής έξαρσης των κρουσμάτων του ιού του Δυτικού Νείλου στην χώρα μας, που έχει ήδη κοστίσει τη ζωή σε 9 συνανθρώπους μας.
Οι επιστήμονες του ΕΟΔΥ έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι κλιματολογικές συνθήκες που προηγήθηκαν τους μήνες του χειμώνα και της άνοιξης δημιούργησαν το «τέλειο» περιβάλλον για την εκρηκτική αύξηση του πληθυσμού των κουνουπιών στη χώρα μας και την έξαρση του ιού του Δυτικού Νείλου, που έφτασε τα κρούσματα στα 11.
Οι 3 από τους θανάτους και τα 43 από τα 110 εγχώρια κρούσματα σημειώθηκαν μόλις κατά την τελευταία εβδομάδα.
Όπως υποστηρίζει μιλώντας στο iatropedia.gr, ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ και Καθηγητής Πνευμονολογίας, Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, η φετινή χρονιά αποδεικνύεται ήδη ιδιαίτερα κρίσιμη, όσον αφορά στην επιδημιολογική επιτήρηση του ιού του Δυτικού Νείλου, με τα στοιχεία να δείχνουν αυξημένη κυκλοφορία και εγρήγορση των υγειονομικών αρχών.
Όπως τονίζει ο κ. Βασιλακόπουλος, η φετινή έξαρση δεν οφείλεται σε ολιγωρία, αλλά σε αναπόφευκτους κλιματολογικούς και οικολογικούς παράγοντες.Η εικόνα, όπως λέει, μπορεί να συγκριθεί μόνο με την έξαρση του 2018:
«Φέτος είναι μια δύσκολη χρονιά για τον ιό του Δυτικού Νείλου, μετά το 2018 που είχαμε το ρεκόρ κρουσμάτων στην Ελλάδα. Είχαμε τον δεύτερο πιο θερμό χειμώνα των τελευταίων 150 ετών, ο οποίος ήταν και πάρα πολύ υγρός. Αυτά τα δύο στοιχεία δημιουργούν ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης του κοινού κουνουπιού, γι’ αυτό και βλέπουμε αυτή την έξαρση. Το τι θα συμβεί από εδώ και πέρα εξαρτάται πάρα πολύ από τις κλιματολογικές συνθήκες, ιδίως στην Αττική», τονίζει.
Να σημειωθεί, πώς ο ιός πρωτοεμφανίστηκε στη χώρα μας το 2010, εγκαθιδρύοντας σταδιακά την ενδημική παρουσία του κατά τους θερινούς μήνες. Όπως προκύπτει, όμως, από την φετινή εικόνα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια από τις πιο δύσκολες χρονιές, όπως επισημαίνει ο επιστήμονας.
«Δεν μπορούμε να εξοντώσουμε όλα τα κουνούπια – Θα ήταν οικολογικό λάθος»
Ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ θέτει ένα ακόμη ζήτημα: τα όρια των παρεμβάσεων με ψεκασμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να γίνονται αλόγιστα, όπως λέει και εξηγεί αναλυτικά το γιατί:
«Παρότι κατά τη διάρκεια της άνοιξης έγιναν όλες οι απαραίτητες ενέργειες που προβλέπονται από το Εθνικό Σχέδιο Αντιμετώπισης, δηλαδή οι ψεκασμοί, δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε δόσεις που θα εξολοθρεύσουν όλα τα έντομα, διότι μαζί με αυτά θα επηρεάσουμε πάρα πολύ την χλωρίδα και την πανίδα», διευκρινίζει ο Καθηγητής.
«Ως εκ τούτου, συνεχίζει, υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο που ακολουθείται. Ο θερμός και υγρός χειμώνας είναι η αιτία. Αυτά τα δύο στοιχεία δημιουργούν ιδανικές συνθήκες ανάπτυξης του κοινού κουνουπιού, γι’ αυτό και βλέπουμε αυτή την έξαρση. Άρα καταλαβαίνουμε πως δεν είναι κάτι που μπορούμε απλώς να πούμε ότι «θα αυξήσουμε τη δόση στους ψεκασμούς για να σκοτώσουμε τα πάντα»».
Ο ίδιος πάντως ξεκαθαρίζει πως το Εθνικό Σχέδιο Δράσης τηρείται στο ακέραιο, με επαναληπτικούς, στοχευμένους ψεκασμούς σε περιοχές όπου εντοπίζονται κρούσματα, τόσο σε τοπικό όσο και σε ευρύτερο επίπεδο.
Παράλληλα, καταθέτει και την προσωπική του εμπειρία με τα κουνούπια:
«Εγώ, για παράδειγμα, στο σπίτι μου στην Κάντζα, φέτος για πρώτη χρονιά –επειδή ο χειμώνας ήταν ήπιος– είχα κουνούπια μέσα στον χειμώνα! Και ψεκάζω στην αυλή μου συστηματικά δύο φορές την εβδομάδα.
Ποιοι κινδυνεύουν πραγματικά
Αν και η παρουσία του ιού είναι έντονη, ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ καθησυχάζει τον γενικό πληθυσμό, επισημαίνοντας τις έντονες διαφοροποιήσεις στην κλινική εικόνα της νόσου, η οποία για τη συντριπτική πλειονότητα παραμένει «αόρατη».
«Ο ιός του Δυτικού Νείλου, όταν τον κολλήσουμε, συνήθως δεν προκαλεί απολύτως τίποτε στον μέσο άνθρωπο. Είναι τελείως ασυμπτωματική η λοίμωξη, κανείς δεν το καταλαβαίνει ότι νόσησε», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Για τις περιπτώσεις που εμφανίζουν συμπτώματα, ο κ. Βασιλακόπουλος δίνει τη σαφή ιατρική εικόνα των στατιστικών:
«Σε ένα ποσοστό περίπου 15-20% μπορεί να υπάρχει μια ήπια ιογενής λοίμωξη, ένας μικρός πυρετός δηλαδή, χωρίς κάτι άλλο ιδιαίτερο. Και μόνο σε ένα ποσοστό πολύ μικρότερο από το 1%, σε ευπαθείς ομάδες, σε άτομα μεγάλης ηλικίας με υποκείμενα νοσήματα ή ανοσοκαταστολή, μπορεί να οδηγήσει σε λοίμωξη του κεντρικού νευρικού συστήματος. Τότε θα έχουμε είτε μηνιγγίτιδα, είτε εγκεφαλίτιδα, είτε χαλαρή παράλυση, είτε συνδυασμό αυτών των δυσμενών νευρολογικών εκδηλώσεων».
Οδηγίες προστασίας: Πώς θα κρατήσετε μακριά τα κουνούπια
Δεδομένου ότι το κράτος δεν μπορεί –και οικολογικά δεν επιτρέπεται– να προχωρήσει σε μαζική «εξόντωση» αυξάνοντας τις δόσεις των ψεκασμών, η ατομική προστασία αναδεικνύεται στο βασικότερο όπλο, ειδικά για τους ηλικιωμένους.
Ο ΕΟΔΥ και ο κ. Βασιλακόπουλος συστήνουν τα εξής πρακτικά μέτρα:
- Προστατευτική ένδυση: Κατά τις νυχτερινές ώρες, φοράμε ρούχα με μακριά μανίκια και παντελόνια, αφήνοντας εκτεθειμένο όσο το δυνατόν μικρότερο τμήμα του δέρματος στο περιβάλλον.
- Χρήση εγκεκριμένων απωθητικών: Εφαρμόζουμε στοχευμένα ισχυρές εντομοαπωθητικές λοσιόν ή σπρέι στο δέρμα που παρέχουν υψηλό «δίχτυ» προστασίας.
- Θωράκιση του εσωτερικού χώρου: Χρησιμοποιούμε απωθητικά χώρου, είτε με τη μορφή «φιδάκια», είτε ταμπλέτες και υγρά πρίζας, καθώς και συσκευές υπερήχων.
- Η λύση του ανεμιστήρα: Μια εξαιρετικά απλή και αποτελεσματική μέθοδος είναι να βάζουμε έναν ανεμιστήρα να στοχεύει χαμηλά στα πόδια μας. Τα κουνούπια δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στη ροή του αέρα που δημιουργεί ο ανεμιστήρας και αποτρέπονται από το να μας πλησιάσουν.
Στο ερώτημα του iatropedia.gr αν η φετινή έξαρση αποτελεί κάτι περιστασιακό ή ένα φαινόμενο που θα παγιωθεί τα επόμενα χρόνια λόγω των κλιματικών αλλαγών, ο κ. Βασιλακόπουλος παραμένει επιφυλακτικός, τονίζοντας τη στενή εξάρτηση της επιδημιολογίας από τις θερμοκρασίες.
«Δεν το ξέρουμε με βεβαιότητα, εξαρτάται από το τι άνοιξη θα έχουμε του χρόνου. Πρακτικά ο ζεστός χειμώνας και η άνοιξη είναι το πρόβλημα. Χρειάζεται ατομική προσοχή από όλους μας», καταλήγει.
Πηγή









