Μνήμες από μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της κατοχής αναζωπύρωσε η δημοσιοποίηση 12 φωτογραφιών που φέρονται να αποτυπώνουν την εκτέλεση των 200 αντιστασιακών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944 – στην πλειονότητά τους στελέχη και μέλη του ΚΚΕ. Για πρώτη φορά, εκεί όπου επί δεκαετίες υπήρχε μόνο μια γκραβούρα και αφηγήσεις μιας ιστορίας που συγκλόνισε, οι εικόνες έρχονται να δώσουν πρόσωπο στον αγώνα.
Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον τέσσερις από τους εκτελεσθέντες της Καισαριανής φαίνεται να έχουν ταυτοποιηθεί. Σύμφωνα με το ΚΚΕ, στις φωτογραφίες διακρίνονται ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης και ο Δημήτρης Παπαδόπουλος. Παράλληλα, ρεπορτάζ της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» αναφέρει ότι στα ίδια στιγμιότυπα απεικονίζονται επίσης ο Χρήστος Κουβελιώτης και ο Ηλίας Ρίζος, στοιχείο που, εφόσον επιβεβαιωθεί, προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο τεκμηρίωσης σε ένα υλικό που ήδη προκαλεί ισχυρό ιστορικό και πολιτικό απόηχο.
Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών «άγγιξε» τις οικογένειες που συνδέονται άμεσα με τους 200 της Καισαριανής. Ο Θρασύβουλος Μαράκης, εγγονός του στελέχους του ΚΚΕ Θρασύβουλου Καλαφατάκη, που εκτελέστηκε την Πρωτομαγιά του 1944, μιλά στο newsit.gr για τη σημασία των νέων φωτογραφικών τεκμηρίων – και για τη διπλή φόρτιση που προκαλεί η εικόνα όταν έρχεται να «σφραγίσει» μια αφήγηση δεκαετιών.
«Νιώθω μεγάλη συγκίνηση. Όλη η οικογένεια εδώ, τα παιδιά μου, η γυναίκα μου…», λέει. Η συγκίνηση, ωστόσο, συνοδεύεται και από πικρία: «ο πατέρας μου και η μητέρα μου δεν ζουν για να δουν τις φωτογραφίες που βρέθηκαν», επισημαίνοντας ότι τα ντοκουμέντα θα έπρεπε να έχουν βρεθεί νωρίτερα. Ο ίδιος δηλώνει ότι επιθυμεί να αποκτήσει το υλικό τόσο για το προσωπικό του αρχείο όσο και για να το εντάξει στο μουσείο του χωριού του, τον Πλατανιά Χανίων.

Στη συνέχεια, ο κ. Μαράκης επιστρέφει στη διαδρομή του παππού του, σκιαγραφώντας μια μορφή «μορφωμένου ανθρώπου για την εποχή του», «του γυμνασίου», όπως λέει – «δηλαδή για εκείνη την εποχή μεγάλο πτυχίο». Τον περιγράφει ως έναν «απ’ τους πρωτεργάτες που φτιάξανε το ΚΚΕ στα Χανιά», ενώ κάνει αναφορά και στη συμβολή του στη συγκρότηση της οργάνωσης, αλλά και στη συμμετοχή του σε πρωτοβουλίες της εποχής, όπως οι αγροτικοί συνεταιρισμοί.
Το προσωπικό τίμημα της πολιτικής του δράσης, ωστόσο, είναι το σκέλος που βαραίνει περισσότερο στην αφήγησή του: ο αποχωρισμός. «Παντρεύτηκε, έκανε δύο κόρες και έφυγε. Δεν τον ξαναείδανε. Τριών-τεσσάρων χρονών τον είδανε μία φορά μόνο», λέει για τις κόρες του Καλαφατάκη – μία από τις οποίες ήταν η μητέρα του. «Του ζητήσανε να υπογράψει να απαρνηθεί το κόμμα και δεν υπέγραψε», επαναλαμβάνει – μια φράση που, για την οικογένεια, συμπυκνώνει τη θυσία και εξηγεί γιατί η εικόνα, 82 χρόνια μετά, εξακολουθεί να «καίει».
Ο Θρασύβουλος Μαράκης δεν κρύβει την κριτική του προς το κράτος για την απουσία διαχρονικής μέριμνας απέναντι σε αυτή τη μνήμη, επισημαίνοντας ότι όσοι διώχθηκαν «ήταν βαθιά πατριώτες». Χαρακτηρίζει θετική την κινητοποίηση για την απόκτηση των φωτογραφιών, επαναλαμβαάνοντας ότι θα έπρεπε να έχουν εντοπιστεί εδώ και χρόνια.
«Τιμή να έχουμε έναν πρόγονό μας στους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές της Καισαριανής»
Η Μαρία Βουλβούλη μίλησε στο newsit.gr για τον δικό της κρίκο με την ιστορία: έναν από τους εκτελεσθέντες, τον Ηλία Κακαλιό, θείο του πατέρα της και αδελφό της γιαγιάς της. Όπως σημείωσε, δεν αναγνώρισε τον συγγενή της ανάμεσα στους άνδρες που απεικονίζονται στα νέα ντοκουμέντα – κάτι που η ίδια θεωρεί «φυσιολογικό», λόγω των αλλαγών στην εμφάνιση των κρατουμένων από τις συνθήκες κράτησης. Ωστόσο, η πρώτη αντίδραση στο σπίτι ήταν, όπως περιέγραψε, μια «ανατριχίλα» στη σκέψη ότι ίσως, για πρώτη φορά, έβλεπαν τον άνθρωπό τους στις «τελευταίες του στιγμές», λίγο πριν από την εκτέλεση.

Ο Ηλίας Κακαλιός, ράφτης και μέλος του ΚΚΕ, είχε γνωρίσει διώξεις και εξορίες στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας – στη Σίκινο και στην Ανάφη – πριν περάσει από τις φυλακές Αβέρωφ και καταλήξει στο Χαϊδάρι, όπου παραδόθηκε στους ναζί κατακτητές. Εκτελέστηκε σε ηλικία 31 ετών, την Πρωτομαγιά του 1944, μαζί με τους υπόλοιπους 200, ανάμεσά τους –όπως υπενθυμίζει η οικογένεια– άλλοι πέντε συντοπίτες του από τη Λέσβο. Η κ. Βουλβούλη περιέγραψε τη διπλή, αντιφατική φόρτιση που φέρνει ένα τέτοιο τεκμήριο: τη συγκίνηση μπροστά στην ωμή εγγύτητα του θανάτου, αλλά και την υπερηφάνεια για το «αγέρωχο» ύφος των μελλοθάνατων που, όπως είπε, βάδιζαν «με ψηλά το κεφάλι».
«Ήταν τόσο σίγουροι γι’ αυτό που είχαν κάνει, τόσο σίγουροι για τα πιστεύω τους, που ήταν διατεθειμένοι να δώσουν μέχρι και τη ζωή τους. Δεν λύγισαν, δεν λιγοψύχησαν ούτε απέναντι στους ναζί κατακτητές – μέχρι και την τελευταία στιγμή. Μόνο περήφανος μπορείς να νιώθεις. Είναι τιμή να έχουμε έναν πρόγονό μας στους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές της Καισαριανής», αναφέρει.

Η Μαρία Βουλβούλη ανακάλεσε ακόμη οικογενειακές μνήμες για τον ψυχολογικό πόλεμο στο στρατόπεδο, όταν η αλληλογραφία δεν παραδιδόταν ώστε οι κρατούμενοι να πιστέψουν πως οι δικοί τους τούς είχαν «ξεγράψει». Και κατέληξε με την επιθυμία της οικογένειας τα ιστορικά αυτά τεκμήρια να αποδοθούν «εκεί που ανήκουν», πρωτίστως στο ΚΚΕ, και να εκτεθούν στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης της Καισαριανής και στο Χαϊδάρι, με στόχο να είναι προσβάσιμα στο κοινό και ιδίως στη νέα γενιά μέσα από εκπαιδευτικές επισκέψεις, ώστε η μνήμη της Πρωτομαγιάς του ’44 να μείνει ζωντανή.
Οι πρώτες ταυτοποιήσεις
Ο ένας από τους ανθρώπους που, σύμφωνα με το ΚΚΕ, διακρίνονται στο υλικό είναι ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης. Γεννημένος το 1914 στον Πλατανιά Χανίων, ήταν 30 ετών όταν εκτελέστηκε. Γεωργός και γαλακτοκόμος, παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών, είχε –σύμφωνα με τα καταγεγραμμένα βιογραφικά στοιχεία– οργανωθεί από νωρίς στο ΚΚΕ, διώχθηκε στη δικτατορία Μεταξά, συνελήφθη το 1939 και πέρασε από διαδοχικούς τόπους κράτησης (Χανιά, Αβέρωφ, Ακροναυπλία, ιταλικό στρατόπεδο Λάρισας) πριν μεταφερθεί στο Χαϊδάρι. Στο στρατόπεδο, αναφέρεται ότι φρόντιζε ως μάγειρας νεότερους κρατούμενους, ενώ προς τιμήν του έχει δοθεί το όνομά του σε δρόμο στην περιοχή του Αγίου Λουκά στα Χανιά.

Σε μία από τις φωτογραφίες φαίνεται να αναγνωρίζεται και ο Δημήτρης Παπαδόπουλος, ποντιακής καταγωγής, ο οποίος περιγράφεται ως ένας από τους παλαιότερους αγωνιστές στον κλάδο των οικοδόμων, με έντονη συνδικαλιστική δράση ήδη από την εγκατάστασή του στην Ελλάδα ως πρόσφυγας (1922–1924). Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Οικοδόμων, με επανειλημμένες διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες για τη δράση του. Συνελήφθη το 1936 από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, οδηγήθηκε σε εξορία και στην Ακροναυπλία και, το 1941, παραδόθηκε στους Γερμανούς, μεταφέρθηκε στο Χαϊδάρι και εκτελέστηκε την 1η Μαΐου 1944 μαζί με τους υπόλοιπους 200.

Ρεπορτάζ της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» –επικαλούμενα τον Ηλία Καρμπάτο, συγγραφέα του βιβλίου «Η Σταφιδική Εξέγερση του 1935 – ο άσβεστος μεσοπόλεμος της αγροτιάς»– αναφέρει ότι ο άνδρας με το κασκέτο, μπροστά στον τοίχο της Καισαριανής, είναι ο Μεσσήνιος Χρήστος Κουβελιώτης, ηγετική μορφή του ΚΚΕ και των αγροτικών κινητοποιήσεων του Μεσοπολέμου. Γεννημένος στο Πλάσο Πυλίας το 1903, δούλεψε από μικρός στη γη και σπούδασε Οικονομικά στην Αθήνα, ενώ υπηρέτησε ως πρόεδρος της κοινότητας Μεθώνης και πρόεδρος του Ταμείου Πρόνοιας του Αγροτικού Επιμελητηρίου Καλαμάτας. Πρωτοστάτησε στην οργάνωση αγροτικών αγώνων και στη μεγάλη Σταφιδική Εξέγερση, συνελήφθη το 1936 στο χωριό Σαβάλια Ηλείας, εξορίστηκε στη Σίκινο, μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία και από εκεί παραδόθηκε από τη μεταξική δικτατορία στους ναζί κατακτητές. Εκτελέστηκε στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944 μαζί με άλλους αγωνιστές, ενώ ο αδελφός του Παναγιώτης είχε εκτελεστεί δέκα μήνες νωρίτερα, τον Ιούλιο του 1943, στο στρατόπεδο «Παύλος Μελάς» στη Θεσσαλονίκη από Βούλγαρους φασίστες.
Σε άλλη φωτογραφία, πιθανολογείται ότι απεικονίζεται –όπως αναφέρουν «ΤΑ ΝΕΑ»- ο Ηλίας Ρίζος του Δημητρίου, ένας νεαρός άνδρας που φαίνεται να χαμογελά ελαφρά. Εργαζόταν σε μικρή βιοτεχνία παραγωγής ζυμαρικών και αρτοσκευασμάτων στη Λαμία, στην περιοχή του Αγίου Λουκά (Κλαραίικα). Μετά την είσοδο των ιταλικών δυνάμεων στην πόλη συνελήφθη από Έλληνες δωσίλογους και παραδόθηκε στους κατακτητές, κρατήθηκε στις φυλακές Λαμίας και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, πριν καταλήξει ανάμεσα στους 200. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, αντιστασιακή δράση είχαν και τα αδέλφια του, ο Αποστόλης και η Βασιλική, με αναφορά και σε δεσμούς με το ΚΚΕ.
Μέχρι πρότινος, πέρα από τις αφηγήσεις και τη συλλογική μνήμη, το πλησιέστερο «οπτικό» ισοδύναμο στην αποτύπωση του μεγαλείου ψυχής εκείνων που δεν έσκυψαν το κεφάλι ήταν η ταινία «Το Τελευταίο Σημείωμα». Ο Παντελής Βούλγαρης ζωντάνεψε με δραματική ακρίβεια τις τελευταίες στιγμές των 200 της Καισαριανής, προσφέροντας για χρόνια το σημείο αναφοράς μιας εικόνας που μέχρι σήμερα δεν υπήρχε.
Οι δώδεκα φωτογραφίες, που βρίσκονται στην κυριότητα του συλλέκτη Τιμ Ντε Κρένε, ήρθαν στο φως σχεδόν «κατά τύχη», καθώς εμφανίστηκαν προς δημοπράτηση στο eBay. Τα στιγμιότυπα φέρονται να αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές των 200 αντιστασιακών –κομμουνιστών, οι οποίοι εκτελέσθηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ως αντίποινα για τη δολοφονία του υποστράτηγου Φραντς Κερχ στους Μολάους Λακωνίας από αντιστασιακούς. Παραμένει άγνωστο πώς κατέληξαν στην κατοχή του συλλέκτη. Είναι γνωστό, ωστόσο, ότι ανήκαν στο προσωπικό άλμπουμ του Γερμανού υπολοχαγού Χέρμαν Χόιερ, που υπηρέτησε στη Μαλακάσα.
Στην Γάνδη εμπειρογνώμονες του υπουργείου Πολιτισμού
Η αυθεντικότητα και η προέλευση του υλικού περνούν πλέον στο μικροσκόπιο. Εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Πολιτισμού αναμένεται να εξετάσουν άμεσα τις φωτογραφίες, καθώς έχουν ήδη έρθει σε επαφή με τον συλλέκτη και προγραμματίζεται επίσκεψη στη Γάνδη, προκειμένου να αποτιμηθούν η γνησιότητα, η νομιμότητα της προέλευσης, αλλά και η ιστορική σημασία και η αξία της συλλογής. Εφόσον τεκμηριωθούν η γνησιότητα και η νόμιμη προέλευση, το υπουργείο προτίθεται να κινηθεί άμεσα, μέσω της κατάλληλης νομικής οδού, για την απόκτησή της.
Από την πρώτη στιγμή της δημοσιοποίησης του υλικού, χιλιάδες πολίτες ζητούν να αποσυρθούν αυτά τα μοναδικά ντοκουμέντα από το eBay και να αποκτηθούν από το ελληνικό κράτος, ώστε να αποδοθούν εκεί όπου –κατά την κοινή απαίτηση– πρέπει να βρίσκονται: σε δημόσιους φορείς, προσβάσιμους στο κοινό. Το αίτημα συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι η αξία τους δεν είναι ιδιωτική ή συλλεκτική, αλλά εκπαιδευτική και ιστορική, ώστε οι σημερινές και οι επόμενες γενιές να μπορούν να αντλούν συμπεράσματα για την ιστορία της χώρας και να εμπνέονται.
«Μοναδικό ιστορικό ντοκουμέντο» λέει το ΚΚΕ
Παρέμβαση έκανε και το ΚΚΕ, το οποίο σε ανακοίνωσή του χαρακτηρίζει τις φωτογραφίες «ιστορικά τεκμήρια και ντοκουμέντα ανεκτίμητης αξίας», υποστηρίζοντας ότι, εφόσον επιβεβαιωθεί η αυθεντικότητά τους, πρόκειται για «το μοναδικό ιστορικό ντοκουμέντο» της εκτέλεσης. Υπογραμμίζεται δε ότι «η αξία τους δεν μετριέται με το χρήμα» και ότι «η θέση τους δεν βρίσκεται στο εμπόριο», σε ιδιωτικές συλλογές ή ηλεκτρονικές δημοπρασίες, ενώ τίθεται –όπως σημειώνεται– «σοβαρό ιστορικό και ηθικό ζήτημα» για το πού πρέπει να καταλήξουν. Το κόμμα ζητεί τα τεκμήρια να αποκτηθούν με ευθύνη του κράτους και να αποδοθούν «εκεί που ανήκουν», στο Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης του Δήμου Καισαριανής, στον Δήμο Χαϊδαρίου και στο ΚΚΕ, προαναγγέλλοντας ότι θα καταθέσει άμεσα συγκεκριμένη πρόταση για την αξιοποίησή τους.
Η ματωμένη Πρωτομαγιά του ’44
Το ημερολόγιο έδειχνε τέλη Απριλίου 1944, όταν η τανάλια της φρίκης έσφιξε για μια ακόμη φορά την Αθήνα. Στους τοίχους των σπιτιών και στις σελίδες του κατοχικού Τύπου αναρτήθηκε η ανακοίνωση της γερμανικής διοίκησης για τα «αντίποινα» μετά την ενέδρα στους Μολάους: «Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι… εδολοφόνησαν… έναν Γερμανό στρατηγό… Εις αντίποινα θα εκτελεσθούν:
1. Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944.
2. Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών, τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην, έξωθι των χωρίων».
Το κείμενο όμως δεν σταματούσε εκεί, κατέγραφε και τη δράση «Ελλήνων εθελοντών» –ταγματασφαλιτών– που, «αυτοβούλως», είχαν σκοτώσει ακόμη 100 κρατουμένους.

Την Πρωτομαγιά, δέκα φορτηγά ξεκίνησαν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου μεταφέροντας τους μελλοθάνατους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Στον δρόμο, πίσω από τις καρότσες, έμεναν ρούχα και σημειώματα – όχι «αποχαιρετιστήρια» με την έννοια της παραίτησης, αλλά μηνύματα λεβεντιάς, αξιοπρέπειας και πίστης.
«Δε σας ξέχασα ποτές. Για σας και για τον ελληνικό λαό έδωσα τη ζωή μου. Σήμερα, 1η Μάη 1944, σας φιλώ για τελευταία φορά», έγραφε ένα.

«Ο θάνατος δε θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για πάλη… Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ», έλεγε ένα άλλο.

«Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά, παρά να ζει σκλάβος», «Πρωτομαγιά. Γεια σας. Όλοι πάμε στη μάχη» έγραφαν δύο άλλα.

Στο Σκοπευτήριο οι 200 χωρίστηκαν σε εικοσάδες για να στηθούν στον τοίχο. Δέκα φορές ακούστηκε η ομοβροντία του εκτελεστικού αποσπάσματος και δέκα φορές οι χαριστικές βολές. Τα πτώματα τα μετέφεραν στα φορτηγά οι επόμενοι είκοσι που περίμεναν τη δική τους σειρά – πηγαίνοντας προς το απόσπασμα, όπως έχει καταγραφεί, τραγουδώντας και χορεύοντας, προσπαθώντας με τις φωνές τους να σκεπάσουν τους ήχους των όπλων: «Αδέλφια, γεια σας!», «Ζήτω το ΚΚΕ! Ζήτω το ΕΑΜ! Ζήτω η Ελλάδα», «Εκδίκηση! Λευτεριά!».
To άρθρο Φωτογραφίες με τους 200 της Καισαριανής: «Είμαστε περήφανοι, δεν λύγισαν, δεν λιγοψύχησαν» δηλώνουν στο newsit.gr συγγενείς των εκτελεσθέντων δημοσιεύτηκε στο NewsIT .
Πηγή








