Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχώρησε σε νέα αύξηση των βασικών επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, διαμορφώνοντάς τα στο 2,25%, επιβεβαιώνοντας ότι η αντιμετώπιση του πληθωρισμού εξακολουθεί να αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής.
Γράφει ο Θέμης Μπάκας,
Πρόεδρος Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates
Η απόφαση αυτή λαμβάνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη περιορισμού των πληθωριστικών πιέσεων και προστασίας της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Από την άλλη, η ανάγκη διατήρησης της ανάπτυξης, της επενδυτικής δραστηριότητας και της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Παράλληλα, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η παρούσα αύξηση ενδέχεται να μην είναι η τελευταία. Εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν, δεν αποκλείεται να ακολουθήσουν και νέες παρεμβάσεις από την ΕΚΤ έως το τέλος του έτους.
Για πολλούς πολίτες οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας μοιάζουν τεχνικές, σύνθετες ή απομακρυσμένες από την καθημερινότητά τους.
Στην πραγματικότητα, όμως, επηρεάζουν άμεσα το ύψος της δόσης ενός στεγαστικού δανείου, το κόστος χρηματοδότησης μιας επιχείρησης, την πρόσβαση στην κατοικία, τις επενδύσεις, την κατανάλωση και τελικά την αναπτυξιακή προοπτική της ίδιας της Ευρώπης.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί αυξάνονται τα επιτόκια.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι αποκαλύπτει αυτή η απόφαση για την κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας και ποια θα είναι η επίδρασή της στην καθημερινότητα των πολιτών.
Γιατί αυξάνει τα επιτόκια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα;
Η αποστολή της ΕΚΤ είναι ξεκάθαρη: να διατηρεί τον πληθωρισμό κοντά στο 2% και να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών.
Όταν ο πληθωρισμός κινείται σε υψηλότερα επίπεδα από τον στόχο, η Κεντρική Τράπεζα επιχειρεί να περιορίσει τη ζήτηση αυξάνοντας το κόστος του χρήματος.
Με απλά λόγια:
- Τα δάνεια γίνονται ακριβότερα.
• Οι καταναλωτές περιορίζουν μέρος των δαπανών τους.
• Οι επιχειρήσεις επανεξετάζουν επενδυτικά σχέδια που βασίζονται σε τραπεζική χρηματοδότηση.
• Η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνεται.
• Οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρούν σταδιακά.
Η αύξηση των επιτοκίων αποτελεί το βασικότερο εργαλείο που διαθέτει η ΕΚΤ για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια και να αποτρέψει τη μονιμοποίηση των ανατιμήσεων.
Ένδειξη ισχυρής ή αδύναμης οικονομίας;
Πολλοί συνδέουν την αύξηση των επιτοκίων με μια ισχυρή οικονομία. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη.
Σε περιόδους έντονης ανάπτυξης, οι κεντρικές τράπεζες συχνά αυξάνουν τα επιτόκια προκειμένου να αποτρέψουν την υπερθέρμανση της οικονομίας. Όταν η κατανάλωση, οι επενδύσεις και η απασχόληση αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς, οι τιμές τείνουν να ακολουθούν ανοδική πορεία.
Στη σημερινή Ευρώπη, όμως, οι πληθωριστικές πιέσεις δεν προέρχονται αποκλειστικά από την ανάπτυξη.
Προέρχονται κυρίως από:
- το υψηλό ενεργειακό κόστος,
• τις γεωπολιτικές εντάσεις,
• το αυξημένο κόστος μεταφορών και παραγωγής,
• τις πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες,
Με άλλα λόγια, η ΕΚΤ δεν αυξάνει τα επιτόκια επειδή η ευρωπαϊκή οικονομία αναπτύσσεται υπερβολικά γρήγορα.
Τα αυξάνει επειδή επιδιώκει να αποτρέψει τη μονιμοποίηση της ακρίβειας.
Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται μπροστά σε μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση.
Από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός μειώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών και διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Από την άλλη, η αύξηση των επιτοκίων περιορίζει την κατανάλωση, επιβραδύνει τις επενδύσεις και επηρεάζει αρνητικά τους ρυθμούς ανάπτυξης.
Με απλά λόγια, το «φάρμακο» που χρησιμοποιείται για να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια μπορεί ταυτόχρονα να επιβραδύνει την οικονομία.
Γι’ αυτό και κάθε απόφαση αύξησης επιτοκίων αποτελεί μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη ελέγχου του πληθωρισμού και στη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης.
Η νέα γενιά πληρώνει το μεγαλύτερο τίμημα
Οι επιπτώσεις των αυξήσεων επιτοκίων δεν κατανέμονται ισότιμα. Οι μεγαλύτερες πιέσεις μεταφέρονται στη νέα γενιά.
- Στους νέους που προσπαθούν να αποκτήσουν πρώτη κατοικία.
- Στα νέα ζευγάρια που επιθυμούν να δημιουργήσουν οικογένεια.
- Στους εργαζόμενους που βλέπουν το κόστος στέγασης να αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματά τους.
Σήμερα ένας νέος πολίτης καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα:
- υψηλά ενοίκια,
- ακριβότερο τραπεζικό δανεισμό,
- αυξημένες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων,
- περιορισμένη πρόσβαση στην κατοικία.
Η στεγαστική κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη συνδέεται πλέον άμεσα με το δημογραφικό πρόβλημα, τη δημιουργία οικογένειας και την κοινωνική συνοχή.
Τι σημαίνει για τα νοικοκυριά;
Για τον μέσο πολίτη η λέξη «επιτόκιο» μεταφράζεται σε μία άλλη λέξη:
Δόση.
Οι κάτοχοι στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου θα δουν σταδιακά το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων τους να αυξάνεται.
Για ένα μέσο στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ και υπολειπόμενη διάρκεια 20 ετών, μια συνολική αύξηση επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης μπορεί να μεταφραστεί σε πρόσθετη επιβάρυνση 50 έως 80 ευρώ τον μήνα.
Για μια οικογένεια που ήδη αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος διαβίωσης, υψηλά ενοίκια και ενεργειακές επιβαρύνσεις, ακόμη και αυτή η φαινομενικά μικρή αύξηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Οι επιπτώσεις στην ελληνική αγορά ακινήτων
Η ελληνική αγορά ακινήτων διατηρεί ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από πολλές άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Ένα σημαντικό ποσοστό των αγοραπωλησιών εξακολουθεί να πραγματοποιείται με ίδια κεφάλαια ή με περιορισμένη τραπεζική χρηματοδότηση, γεγονός που μειώνει την άμεση εξάρτηση της αγοράς από το κόστος δανεισμού.
Παράλληλα, η ζήτηση εξακολουθεί να στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό σε εγχώρια αποταμιευτικά κεφάλαια, ξένους επενδυτές, καθώς και σε αγορές ακινήτων που πραγματοποιούνται για επενδυτικούς ή εισοδηματικούς σκοπούς. Ως αποτέλεσμα, οι αυξήσεις των επιτοκίων δεν μεταφέρονται με την ίδια ένταση στην ελληνική αγορά όπως συμβαίνει σε χώρες όπου η στεγαστική πίστη αποτελεί τον βασικό μοχλό της κτηματαγοράς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική αγορά παραμένει ανεπηρέαστη. Σημαίνει όμως ότι διαθέτει μεγαλύτερες αντοχές απέναντι στις μεταβολές του κόστους χρήματος, ιδιαίτερα σε σύγκριση με αγορές της Βόρειας Ευρώπης όπου η πλειονότητα των αγορών κατοικίας βασίζεται σε υψηλό τραπεζικό δανεισμό.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις θα είναι περισσότερο ορατές:
- στους αγοραστές πρώτης κατοικίας,
- στα μεσαίας αξίας ακίνητα,
- στις νέες οικογένειες,
- στους αγοραστές που εξαρτώνται από τραπεζικό δανεισμό.
Οι αυξήσεις των επιτοκίων δεν αναμένεται να ανατρέψουν τη συνολική εικόνα της ελληνικής αγοράς ακινήτων. Πιθανότερο είναι να οδηγήσουν σε επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου των τιμών, σε μεγαλύτερα περιθώρια διαπραγμάτευσης και σε επιλεκτικές διορθώσεις σε αγορές ή κατηγορίες ακινήτων που τα προηγούμενα χρόνια κατέγραψαν ιδιαίτερα έντονες ανατιμήσεις.
Οι επιπτώσεις στις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις χρηματοδοτούν την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και το κεφάλαιο κίνησής τους μέσω του τραπεζικού συστήματος.
Όταν το κόστος χρήματος αυξάνεται:
- αυξάνεται το κόστος χρηματοδότησης,
- περιορίζονται οι επενδύσεις,
- μειώνονται τα περιθώρια ανάπτυξης,
- δυσκολεύει η πρόσβαση σε νέο δανεισμό.
Ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η Ευρώπη ανάμεσα στον πληθωρισμό και τη στασιμότητα
Το μεγαλύτερο στοίχημα για την Ευρώπη είναι να αποφύγει δύο ακραία σενάρια. Από τη μία πλευρά, τη μονιμοποίηση του πληθωρισμού. Από την άλλη, μια μακρά περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και επενδυτικής στασιμότητας.
Η ευρωπαϊκή οικονομία καλείται να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ασία, την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει υψηλότερο ενεργειακό κόστος, δημογραφικές προκλήσεις και αυξημένες γεωπολιτικές αβεβαιότητες.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη καλείται να χρηματοδοτήσει την πράσινη μετάβαση, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την αμυντική της θωράκιση, σε ένα περιβάλλον ακριβότερου χρήματος
Η διατήρηση αυξημένων επιτοκίων για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επιβραδύνει περαιτέρω τις επενδύσεις και να περιορίσει την αναπτυξιακή δυναμική της Ευρώπης
Η πραγματική οικονομία είναι οι άνθρωποι
Πίσω από κάθε απόφαση για τα επιτόκια, πίσω από κάθε οικονομικό δείκτη και πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο, υπάρχει μια πραγματικότητα που συχνά ξεχνάμε.
Η οικονομία δεν είναι μόνο αριθμοί, ποσοστά και αγορές.
Είναι οι άνθρωποι, οι οικογένειες, οι επιχειρήσεις και οι προσδοκίες τους για το μέλλον. Και τελικά, εκεί κρίνεται η επιτυχία ή η αποτυχία κάθε οικονομικής πολιτικής.
Οι αγορές θα παρακολουθούν τα επιτόκια.
Οι κυβερνήσεις θα παρακολουθούν τον πληθωρισμό.
Οι τράπεζες θα παρακολουθούν το κόστος χρήματος.
Οι πολίτες όμως θα παρακολουθούν κάτι πολύ πιο ουσιαστικό:
- Αν μπορούν να αποκτήσουν ένα σπίτι.
• Αν μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια.
• Αν μπορούν να επενδύσουν και να σχεδιάσουν το μέλλον τους με ασφάλεια και αισιοδοξία.
Γιατί η πραγματική επιτυχία μιας οικονομίας δεν μετριέται μόνο με ποσοστά ανάπτυξης, δείκτες πληθωρισμού ή δημοσιονομικές επιδόσεις.
Μετριέται από το κατά πόσο δημιουργεί ευκαιρίες, ενισχύει την κοινωνική συνοχή και επιτρέπει στους ανθρώπους να προχωρούν μπροστά με αξιοπρέπεια και προοπτική.
Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της Ευρώπης τα επόμενα χρόνια. Όχι μόνο να ελέγξει τον πληθωρισμό, αλλά να διασφαλίσει ότι η ανάπτυξη, η κατοικία και η οικονομική ασφάλεια θα παραμείνουν προσβάσιμες για τους πολίτες της.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η οικονομία δεν αφορά το χρήμα.
Αφορά τους ανθρώπους.
Και η πραγματική επιτυχία κάθε οικονομικής πολιτικής κρίνεται από το κατά πόσο βελτιώνει τη ζωή τους.
enikonomia.gr









