Σημαντική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας καταγράφεται τη διετία 2025-2026, όπως αποτυπώνεται στη θετική πορεία του εξωτερικού εμπορίου με την αύξηση των εξαγωγών και τη συγκράτηση των εισαγωγών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στο οκτάμηνο του 2026 οι ελληνικές εξαγωγές κάλυψαν το 63,7% των εισαγωγών, έναντι 59% την αντίστοιχη περσινή περίοδο και 55% το 2019.
Πρόκειται για θεαματική βελτίωση σε σύγκριση με την προ της κρίσης χρέους εποχή, όταν το ποσοστό κάλυψης υπολειπόταν του 40% εξαιτίας της περιορισμένης παραγωγικής βάσης και της υπερβολικής εγχώριας ζήτησης που τροφοδοτούσαν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Αύξηση εξαγωγών σε όγκο και υποκατάσταση εισαγωγών
Όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι εξαγωγές αυξάνονται, όχι μόνο σε αξία αλλά και σε όγκο (σταθερές τιμές), ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν το 2025 με βάση τους δύο αυτούς δείκτες και φέτος σημειώνουν οριακή μόνο αύξηση σε όγκο. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το ισοζύγιο πληρωμών, ο όγκος των εισαγωγών μειώθηκε κατά 2% πέρυσι και σημειώνει άνοδο 0,6% στο 7μηνο του 2026 έναντι αύξησης των εξαγωγών κατά 4,9% και 1,9% σε σταθερές τιμές, αντίστοιχα. Η συγκράτηση των εισαγωγών σημειώθηκε παρά την αύξηση του ΑΕΠ με ετήσιο ρυθμό 2%, γεγονός που υποδηλώνει πιθανή υποκατάσταση εισαγωγών από εγχώρια παραγωγή.
Η εικόνα του εξωτερικού εμπορίου χωρίς τα καύσιμα
Ο δείκτης κάλυψης των εισαγωγών από τις εξαγωγές αυξήθηκε σημαντικά, ακόμη και χωρίς το εμπόριο καυσίμων που αποτελούν σημαντικό ποσοστό του εξωτερικού εμπορίου της χώρας και η αξία τους είναι ευμετάβλητη λόγω των μεγάλων διακυμάνσεων στις τιμές, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια με τους πολέμους στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Με βάση τα στοιχεία της ΕΣΤΑΤ, οι εξαγωγές χωρίς καύσιμα αντιστοιχούσαν στο 59,6% των αντίστοιχων εισαγωγών στο 8μηνο του 2026.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ έδειξαν ότι την ίδια περίοδο η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 16,5% σε ετήσια βάση στα 37,1 δισ. ευρώ, με διπλάσιο ρυθμό από αυτή των εισαγωγών (κατά 8,2% στα 58,3 δισ. ευρώ), με αποτέλεσμα το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο να μειωθεί κατά 3,8%. Η πολύ μεγαλύτερη αύξηση στην αξία σε σχέση με τον όγκο οφείλεται κυρίως στην εκτίναξη των τιμών των καυσίμων που οδήγησε στην αύξηση κατά 44,7% των εξαγωγών τους από τα ελληνικά διυλιστήρια, προσθέτοντας 3,58 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές καυσίμων αυξήθηκαν αντίστοιχα κατά 34% ή κατά 3,55 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ωστόσο, ενισχύθηκε η αξία των εξαγωγών πλην καυσίμων κατά 7,6% έναντι αύξησης 2% των εισαγωγών χωρίς καύσιμα.
Ποιοι κλάδοι οδήγησαν την άνοδο των εξαγωγών
Χαρακτηριστικό της ευρωστίας των εξαγωγών είναι ότι ανοδικά κινήθηκαν οι 9 από τους 10 κλάδους ταξινόμησής τους από την ΕΛΣΤΑΤ. Τη μεγαλύτερη αύξηση κατέγραψαν οι πρώτες ύλες (πλην τροφίμων) με 23,4%, τα μηχανήματα και υλικό μεταφορών με 13,7% και τα τρόφιμα και ζώντα ζώα με 10,5%. Μοναδική κατηγορία με αρνητικό πρόσημο στο οκτάμηνο ήταν τα λάδια και λίπη, με πτώση 19,3%.
Από την πλευρά των εισαγωγών, περίπου το ένα τέταρτο του συνόλου αφορούσε στα καύσιμα – το αργό πετρέλαιο που προμηθεύονται τα διυλιστήρια για την παραγωγή των προϊόντων του και το φυσικό αέριο, το οποίο σε μεγάλο βαθμό εισάγεται από τις ΗΠΑ σε υγροποιημένη μορφή (LNG). Στη δεύτερη θέση, με μικρή διαφορά, ακολουθούν οι εισαγωγές μηχανημάτων και υλικού μεταφορών, οι οποίες αντιστοιχούν σε πάνω από το ένα πέμπτο των συνολικών εισαγωγών, καθώς οι ελληνικές επιχειρήσεις αύξησαν τις επενδύσεις τους, εξέλιξη στην οποία συνέβαλαν σημαντικά τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Ψηφιοποίηση και νέες αγορές
Σχολιάζοντας την πορεία των εξαγωγών, ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, δήλωσε ότι «πρόκειται για ανάπτυξη ευρείας βάσης, θεμελιωμένη στην πραγματική παραγωγική οικονομία. Πίσω από τα μεγέθη βρίσκεται ένας σιωπηλός ψηφιακός μετασχηματισμός, ηλεκτρονική τιμολόγηση και εργαλεία ανάλυσης δεδομένων επιτρέπουν πλέον ακόμη και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στοχευμένη διείσδυση σε νέες αγορές. Η ψηφιοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας είναι το νέο διαβατήριο ανταγωνιστικότητας».
Ο πρόεδρος του ΠΣΕ έκανε λόγο για «νέα, ανθεκτική κανονικότητα» και στάθηκε στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος, αλλά και στην αύξηση των εξαγωγών προς τρίτες χώρες, επισημαίνοντας ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις διεκδικούν μερίδια σε αναδυόμενες διεθνείς αγορές. Παράλληλα, ζήτησε αναβάθμιση των εθνικών εργαλείων ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων και παροχής ρευστότητας, στήριξη των μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων στο κεφάλαιο κίνησης, ταχύτερες επιστροφές ΦΠΑ και στοχευμένη ελάφρυνση του μη μισθολογικού και ενεργειακού κόστους. «Ζητούμενο για το τελευταίο τετράμηνο είναι να μετατραπεί η σημερινή δυναμική σε μόνιμο χαρακτηριστικό της ελληνικής εξωστρέφειας», πρόσθεσε.
enikonomia.gr









