Τους χειμερινούς μήνες –ή σε περιόδους αυξημένου στρες και αβεβαιότητας– πολλοί άνθρωποι νιώθουν μια έντονη ανάγκη να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους και να περάσουν περισσότερο χρόνο στο καταφύγιό τους. Ορισμένες φορές αυτή η πρακτική μπορεί να λειτουργεί ανακουφιστικά, σαν ένα προστατευτικό «κουκούλι». Ωστόσο αν το παρακάνετε μπορεί να αισθανθείτε εκνευρισμό και ψυχική κόπωση…
Τι είναι ο «πυρετός της καμπίνας»;
Ο όρος «cabin fever» δεν αποτελεί επίσημη ψυχιατρική διάγνωση, αλλά χρησιμοποιείται στην ψυχολογία για να περιγράψει τη δυσφορία που μπορεί να προκύψει από παρατεταμένη παραμονή σε κλειστό χώρο και περιορισμένη κοινωνική επαφή. Συνδέεται συχνότερα με περιόδους κακοκαιρίας το χειμώνα.
Ο οργανισμός μας είναι σχεδιασμένος για κίνηση, εναλλαγή ερεθισμάτων και κοινωνική αλληλεπίδραση. Όταν αυτά περιορίζονται για μεγάλο διάστημα, το νευρικό σύστημα μπορεί να «ζητά» αλλαγή, στέλνοντας «σήματα», όπως ανία, μειωμένη συγκέντρωση ή εσωτερική ανησυχία.
Πότε η απομόνωση βοηθά και πότε κουράζει
Ο όρος cocooning χρησιμοποιείται τόσο στην ψυχολογία όσο και στην κοινωνιολογία για να περιγράψει την τάση του ατόμου να δημιουργεί ένα προστατευμένο περιβάλλον – συνήθως το σπίτι – ως πρακτική αποφόρτισης και αναζωογόνησης του εσωτερικού κόσμου.
Η βασική διαφορά ανάμεσα στο cabin fever και το cocooning δεν είναι ο χώρος, αλλά η εμπειρία. Στο cocooning, το άτομο επιλέγει την παραμονή στο σπίτι και τη βιώνει ως φροντίδα. Στο cabin fever, η παραμονή γίνεται αίσθηση εγκλωβισμού.
Η σωματική δραστηριότητα, ακόμη και σε χαμηλή ένταση, παίζει καθοριστικό ρόλο. Η κίνηση ενεργοποιεί νευροχημικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με τη βελτίωση της διάθεσης και τη μείωση του στρες. Παράλληλα, η έκθεση στο φυσικό φως επηρεάζει τον κιρκάδιο ρυθμό και τα επίπεδα ενέργειας.
Το περιβάλλον του σπιτιού έχει επίσης σημασία. Χώροι με φυσικό φως, αίσθηση τάξης, φυτά ή ζεστά υλικά μπορούν να ενισχύσουν το θετικό πρόσημο του cocooning, μετατρέποντας την παραμονή στο σπίτι σε cozy εμπειρία αυτοφροντίδας.
vita.gr









