Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει κατά 13,6% χαμηλότερο από τα προ κρίσης υψηλά (που σημειώθηκαν το β΄ τρίμηνο του 2007), όπως αναφέρει σε δελτίο Τύπου η  Eurobank.

Το παραπάνω διαπιστώνει η τράπεζα, ύστερα από τα στοιχεία του β’ τριμήνου, που έδειξαν ρυθμό αύξησης 1,9% σε ετήσια βάση και 0,3% σε τριμηνιαία βάση.

Μάλιστα σύμφωνα με τους οικονομολόγους της τράπεζας, με αυτά τα δεδομένα, η ελληνική οικονομία αναμένεται επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα το πρώτο τρίμηνο του 2034.

Πάντως, η Κομισιόν εκτιμά πως, ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης θα είναι στο 1,8% το 2026 και θα πέσει στο 1,6% το 2027. Από την πλευρά του το ΔΝΤ προβλέπει  πως η ελληνική οικονομία θα “τρέξει” με 1,9% φέτος και 1,4% αντίστοιχα το επόμενο έτος. Kαι σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το ποσοστό αυτό εκτιμάται πως θα είναι στο  1,9% και στο 2 % αντίστοιχα. Πιο μακροπρόθεσμα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ δεν αναμένεται να υπερβαίνει κατά μέσο όρο το 1,5%.

Η οικονομία

Η Eurobank σημειώνει σε δελτίο Τύπου πως, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, με ανθεκτικότητα της κατανάλωσης και τόνωση των επενδύσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης. Εν μέσω διεθνών αναταραχών και αβεβαιότητας, συνέχισε να μεγεθύνεται με ρυθμό σημαντικά υψηλότερο της Ευρωζώνης (+1,2%) για 20ο συναπτό τρίμηνο, αν και με μικρότερη διαφορά σε σχέση τα προηγούμενα έτη και το α’ τρίμηνο 2026. Η επίδοση αυτή αποτελεί την 9η υψηλότερη στην Ευρωζώνη.

Όμως, με δεδομένη την αστάθεια στο διεθνές περιβάλλον (γεωστρατηγικές τριβές, αυξήσεις επιτοκίων, επιμένων πληθωρισμός – ιδίως λόγω ενέργειας) που αποτελούν καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη τα επόμενα τρίμηνα, είναι σημαντικό να επιταχυνθεί η υλοποίηση του Ταμείο Ανάκαμψης που παρέχει μία αντικυκλική προστασία, τονίζουν οι αναλυτές. Μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης, η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων παραμένει ο βασικότερος στόχος της οικονομικής πολιτικής για τη διατήρηση ικανοποιητικών ρυθμών ανάπτυξης. Η διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας και η αντιμετώπιση της εμμένουσας ελλειμματικότητας του εξωτερικού ισοζυγίου θα απαιτήσουν επιπλέον δράση.

Η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία

Η ετήσια αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) διαμορφώθηκε σε 1,5% το β’ τρίμηνο 2026, από 1,7% το α’ τρίμηνο, υποδηλώνοντας οριακή επιβράδυνση σε ετήσια βάση. Σε τριμηνιαία βάση, ωστόσο, η ΑΠΑ αυξήθηκε κατά 0,5%, έναντι μόλις 0,1% το προηγούμενο τρίμηνο, καταδεικνύοντας ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας εντός του τριμήνου.

Συνολικά, σημειώνει η Eurobank, η εικόνα του β΄ τριμήνου 2026 υποδηλώνει ότι η αύξηση της ΑΠΑ παραμένει θετική αλλά με σαφείς διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων. Η ισχυρή δυναμική των κατασκευών, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων, της ενημέρωσης και επικοινωνίας και, σε μικρότερο βαθμό, άλλων υπηρεσιών αντισταθμίζεται εν μέρει από την αδυναμία του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης.

Σε πιο μακροχρόνιο ορίζοντα, η μέση κλαδική διάρθρωση της ΑΠΑ την περίοδο 2023–2026 διαφοροποιείται αισθητά από την προ κρίσης περίοδο, κυρίως λόγω της σημαντικής υποχώρησης του σχετικού βάρους των κατασκευών και της ενίσχυσης της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων και ορισμένων υπηρεσιών υψηλότερης έντασης γνώσης. Αντίθετα, το σχετικό βάρος της βιομηχανίας και του ευρύτερου κλάδου εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης παραμένει συνολικά κοντά στα προ κρίσης επίπεδα. Η σύγκριση αυτή υποδηλώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει υποστεί σημαντικές διαρθρωτικές μεταβολές, χωρίς όμως πλήρη ανατροπή της βασικής κλαδικής της σύνθεσης. Ιδιαίτερα στις κατασκευές, η σημερινή ισχυρή αύξηση της δραστηριότητας συντελείται από σαφώς χαμηλότερη βάση σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, ενώ η ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών και ορισμένων υπηρεσιών υποδηλώνει σταδιακή μετατόπιση προς δραστηριότητες μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου και γνώσης.

Τα μέτρα της ΔΕΘ

Εξετάζοντας τις παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής που παρουσιάστηκαν στη ΔΕΘ 2026, η Eurobank σημειώνει ότι αυτές επικεντρώνονται κυρίως στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για συγκεκριμένες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες, καθώς και στη στήριξη της στέγασης, της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων. Το πακέτο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, παρεμβάσεις για μισθωτούς και συνταξιούχους, οικογένειες με παιδιά, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και επιχειρήσεις, καθώς και μέτρα για την αγορά κατοικίας και το ενεργειακό κόστος.

Σύμφωνα με την επίσημη εξειδίκευση, το δημοσιονομικό κόστος των νέων μέτρων που δεν έχουν ακόμη θεσμοθετηθεί εκτιμάται σε 605 εκατ. ευρώ το 2026 και 2,2 δισ. ευρώ το 2027. Παράλληλα, μέτρα που έχουν ήδη θεσμοθετηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη αποδώσει πλήρως έχουν πρόσθετο κόστος 940 εκατ. ευρώ το 2026 και 2,8 δισ. ευρώ το 2027. Συνεπώς, το συνολικό ετήσιο κόστος των παρεμβάσεων που θα αρχίσουν ή θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την οικονομία ανέρχεται σε περίπου 5 δισ. ευρώ το 2027. Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως εξ ολοκλήρου νέα δημοσιονομική επέκταση, καθώς σημαντικό μέρος του αφορά ήδη αποφασισμένα και σε ορισμένες περιπτώσεις ήδη ενσωματωμένα στον δημοσιονομικό σχεδιασμό μέτρα, τονίζουν οι αναλυτές.

Από μακροοικονομική σκοπιά, η επίδραση του πακέτου θα εξαρτηθεί κυρίως από τη σύνθεση και τον χρόνο εφαρμογής των παρεμβάσεων. Τα μέτρα που αυξάνουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα αναμένεται να στηρίξουν περισσότερο την ιδιωτική κατανάλωση, ιδίως όταν αφορούν ομάδες με υψηλότερη οριακή ροπή προς κατανάλωση, ενώ οι παρεμβάσεις σε επιχειρήσεις, επενδύσεις και στέγαση λειτουργούν περισσότερο μέσω της ρευστότητας, της χρηματοδότησης και της επενδυτικής δραστηριότητας.

Ενδεικτικά, εάν στα νέα μέτρα ύψους 2,2 δισ. ευρώ εφαρμοζόταν ένας βραχυχρόνιος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής της τάξης του 0,35–0,65, η δυνητική επίδραση στον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2027 θα μπορούσε να κινηθεί περίπου μεταξύ 0,25 και 0,45 ποσοστιαίων μονάδων, με κεντρική εκτίμηση κοντά στις 0,35 π.μ. Ωστόσο, η καθαρή πρόσθετη επίδραση σε σχέση με το υφιστάμενο μακροοικονομικό σενάριο ενδέχεται να είναι χαμηλότερη, στον βαθμό που μέρος των μέτρων έχει ήδη ληφθεί υπόψη στις προβλέψεις.

Τα διαγράμματα

 


enikonomia.gr