Όσο λιγότερα γνωρίζουμε, τόσο πιο σίγουροι είμαστε; Αυτή είναι η δημοφιλής εκδοχή του φαινομένου Dunning–Kruger, που συχνά επιστρατεύουμε όταν κάποιος εμφανίζεται υπερβολικά βέβαιος για τις ικανότητές του. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Και μια νέα θεωρία έρχεται να εξετάσει αν η υπερβολική αυτοπεποίθηση μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να έχει χρησιμότητα.

Οι Chris Dawson, από το Πανεπιστήμιο του Μπαθ, και David de Meza, από το London School of Economics, προτείνουν ότι η τάση να υπερεκτιμούμε τον εαυτό μας ίσως εξελίχθηκε μαζί με μια φαινομενικά αντίθετη τάση, την αποστροφή προς την απώλεια. Η μελέτη τους, που δημοσιεύθηκε στο Psychological Review, περιγράφει πώς η σιγουριά και η επιφυλακτικότητα θα μπορούσαν να λειτουργούν συμπληρωματικά.

Τι λέει το φαινόμενο Dunning–Kruger

Το φαινόμενο περιγράφει την τάση ανθρώπων με χαμηλότερες επιδόσεις σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα να υπερεκτιμούν τις ικανότητές τους. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι οι δεξιότητές που τους λείπουν δυσκολεύουν και την αναγνώριση των λαθών τους. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με αυτοπεποίθηση είναι ανεπαρκής ούτε ότι το φαινόμενο αποτελεί μέτρο ευφυΐας.

Οι Dawson και de Meza αμφισβητούν αυτή την ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι η στατιστική επεξεργασία μπορεί να δημιουργεί παραπλανητική εικόνα. Ένα χαμηλό σκορ, εξηγούν, μπορεί να επηρεάζεται και από την τύχη, κάνοντας την αυτοεκτίμηση του εξεταζόμενου να φαίνεται υπερβολικά υψηλή. Η θέση τους αποτελεί μέρος μιας επιστημονικής συζήτησης, όχι οριστική κατάρριψη του φαινομένου.

Τι μεταδίδει η υπερβολική αυτοπεποίθηση;

Στο μαθηματικό τους μοντέλο, η υπερβολική αυτοπεποίθηση λειτουργεί ως ένδειξη ικανότητας προς τους άλλους. Γιατί, όμως, να πιστέψουμε κάποιον που υπερβάλλει; Η εξήγηση βρίσκεται στο κόστος. Όταν πιστεύουμε ότι μπορούμε να πετύχουμε περισσότερα απ’ όσα πραγματικά μπορούμε, παίρνουμε αποφάσεις που ενδέχεται να μας εκθέσουν σε αποτυχίες. Σύμφωνα με τις παραδοχές του μοντέλου, αυτό το κόστος είναι πιο διαχειρίσιμο για τους περισσότερο ικανούς.

Έτσι, η διογκωμένη αυτοπεποίθηση θα μπορούσε να σηματοδοτεί πραγματικές πληροφορίες για τις δυνατότητες κάποιου, ακόμη κι αν δεν τις αποτυπώνει με ακρίβεια. Δεν πρόκειται απαραίτητα για συνειδητή επίδειξη, μιας και ο άνθρωπος μπορεί να πιστεύει ειλικρινά την υπερβολικά θετική εικόνα που έχει για τον εαυτό του.

Ο δισταγμός έχει τον ρόλο του

Η αποστροφή προς την απώλεια (loss aversion) περιγράφει την τάση μια απώλεια να μας επηρεάζει περισσότερο από όσο μας ευχαριστεί ένα ισόποσο κέρδος. Το να χάσουμε 20 ευρώ μπορεί, για παράδειγμα, να μας ενοχλεί περισσότερο από όσο μας χαροποιεί το να βρούμε 20 ευρώ.

Στο μοντέλο, αυτή η ευαισθησία περιορίζει ορισμένα από τα ρίσκα της υπερβολικής αυτοπεποίθησης. Μπορεί να μιλάμε με σιγουριά, αλλά όταν φτάνει η ώρα της απόφασης, η πιθανότητα της απώλειας μας κάνει πιο προσεκτικούς.

Τι υποστηρίζουν τα δεδομένα

Οι συγγραφείς ανέλυσαν υπάρχοντα δεδομένα από περίπου 4.000 ανθρώπους που έκαναν τεστ γραμματικής και εκτίμησαν πόσες απαντήσεις είχαν δώσει σωστά. Κατά μέσο όρο, υπερεκτιμούσαν την επίδοσή τους. Ωστόσο, οι υψηλότερες εκτιμήσεις συνδέονταν και με υψηλότερες πραγματικές βαθμολογίες.

Αυτό δεν αποδεικνύει ολόκληρη τη θεωρία. Η ανάλυση δεν μέτρησε την αποστροφή προς την απώλεια ούτε μπορεί να επιβεβαιώσει ότι οι δύο τάσεις εξελίχθηκαν μαζί. Μας δείχνει όμως ότι η σιγουριά και οι δεύτερες σκέψεις ίσως εξισορροπούν η μία την άλλη. Πριν, λοιπόν, αποδώσουμε την υπερβολική αυτοπεποίθηση στο φαινόμενο, αξίζει να κοιτάξουμε και την πραγματική επίδοση. Η βεβαιότητα από μόνη της δεν αποδεικνύει ούτε ικανότητα ούτε ανεπάρκεια.


vita.gr