Η ελληνική οικονομία διατηρεί ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με σταθερό βηματισμό έως το 2028, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος. Ωστόσο, όπως αναφέρεται στην ανάλυση για την ελληνική οικονομία (Note on the Greek Economy) που δημοσίευσε σήμερα, η αναζωπύρωση του πληθωρισμού, κυρίως λόγω της ενέργειας και των υπηρεσιών, σκιάζει τις θετικές προοπτικές και διατηρεί την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών στο επίκεντρο.

Σύμφωνα με τις προβολές του Ευρωσυστήματος τον Σεπτέμβριο, το ΑΕΠ της Ελλάδας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2% το 2026, κατά 1,9% το 2027 και κατά 2% το 2028. Η εκτίμηση για το 2026 έρχεται σε ένα περιβάλλον διεθνούς αβεβαιότητας και αυξημένων ενεργειακών τιμών, ενώ η επίδοση της χώρας παραμένει ισχυρότερη από εκείνη της ευρωζώνης. Το δεύτερο τρίμηνο του έτους, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην ευρωζώνη.

Κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης αναμένεται να είναι, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ, η ιδιωτική κατανάλωση, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Τα στοιχεία του δεύτερου τριμήνου επιβεβαιώνουν αυτή τη σύνθεση: η κατανάλωση των νοικοκυριών ενισχύθηκε κατά 1,7% σε ετήσια βάση, οι επενδύσεις κατά 6,1% και οι εξαγωγές κατά 2,2%. Ωστόσο, η ταχύτερη αύξηση των εισαγωγών σε σχέση με τις εξαγωγές περιόρισε τη συμβολή του εξωτερικού τομέα στην ανάπτυξη, αναδεικνύοντας τη σημασία ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής και της εξαγωγικής βάσης. Ιδιαίτερα ενθαρρυντική είναι η αναθεώρηση του μεριδίου των επενδύσεων στο ΑΕΠ για το 2025 στο 18%, από 16,9% στην προηγούμενη εκτίμηση, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η ανάπτυξη στηρίζεται περισσότερο στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης.

Οι βραχυπρόθεσμοι δείκτες διατηρούν θετικό τόνο. Ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών στη μεταποίηση (PMI) παρέμεινε τον Σεπτέμβριο στις 54 μονάδες, ένδειξη επέκτασης της δραστηριότητας, ενώ η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 5,8% τον Αύγουστο σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν. Η απασχόληση επίσης ενισχύθηκε και η ανεργία υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο. Παράλληλα, η δημόσια επένδυση και οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αναμένεται να στηρίξουν τη ζήτηση, ενώ τα δημοσιονομικά μέτρα του 2026 αποσκοπούν στην ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Το μεγαλύτερο άμεσο ρίσκο είναι ο πληθωρισμός. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, από 3,7% τον Αύγουστο, ενώ στο εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 3,8%. Η επιτάχυνση συνδέεται κυρίως με την απότομη αύξηση του ενεργειακού κόστους, αλλά και με την επίμονη ακρίβεια στις υπηρεσίες, η οποία αντανακλάται και στον πληθωρισμό πέρα από τις διακυμάνσεις των καυσίμων.

Για το σύνολο του 2026, το Ευρωσύστημα προβλέπει πληθωρισμό 3,5%, με τις ενεργειακές τιμές και τις υπηρεσίες να ασκούν ανοδική πίεση. Στη συνέχεια αναμένεται αποκλιμάκωση στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028, υπό την προϋπόθεση ότι θα μετριαστούν οι διεθνείς τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων. Νέες γεωπολιτικές εντάσεις ή παρατεταμένη άνοδος του ενεργειακού κόστους θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις προβλέψεις.

Το βασικό στοίχημα για την ελληνική οικονομία είναι να μετατρέψει την επενδυτική δυναμική και την ανθεκτική εγχώρια ζήτηση σε διατηρήσιμη παραγωγικότητα, χωρίς ο πληθωρισμός να διαβρώσει τα εισοδήματα και να περιορίσει την κατανάλωση.


enikonomia.gr