Στα χέρια μας έφτασε μια πρόσκληση για ένα πάρτι, ένα τραπέζι με συναδέλφους ή μια συνάντηση με καινούργιους ανθρώπους. Πριν ακόμη αποφασίσουμε τι θα φορέσουμε, έχουμε αρχίσει να σκεφτόμαστε πώς θα το αποφύγουμε. Μια υποχρέωση που «προέκυψε», λίγη παραπάνω δουλειά, μια δικαιολογία που δεν θα γεννήσει ερωτήματα. Πίσω από αυτή την απροθυμία μπορεί να βρίσκεται το κοινωνικό άγχος.
Δεν είναι απαραίτητα ότι δεν θέλουμε παρέα. Μπορεί να θέλουμε πολύ να βρεθούμε εκεί, αλλά να μας δυσκολεύει η σκέψη ότι θα εκτεθούμε, θα πούμε κάτι που θα μας φέρει σε αμηχανία ή δεν θα έχουμε τίποτα ενδιαφέρον να προσθέσουμε. Οι άλλοι μοιάζουν να γνωρίζουν αυθόρμητα τους κανόνες της κοινωνικής επαφής. Εμείς νιώθουμε σαν να πρέπει να τους ανακαλύψουμε από την αρχή.
Το κοινωνικό άγχος μετατρέπει κάθε συζήτηση σε πρόκληση
Στο κοινωνικό άγχος, κυριαρχεί ο φόβος ότι θα μας κρίνουν αρνητικά. Μια απλή γνωριμία μπορεί να συνοδεύεται από ταχυκαρδία, κοκκίνισμα ή την αίσθηση ότι το μυαλό μας ξαφνικά «αδειάζει». Παράλληλα, παρακολουθούμε κάθε μας κίνηση… «Μιλάω πολύ;», «Φαίνεται ότι αγχώνομαι;», «Μήπως αυτό που είπα ήταν ανόητο;».
Όσο περισσότερο ελέγχουμε τον εαυτό μας, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ακούσουμε και να συμμετέχουμε αυθόρμητα. Αργότερα, μπορεί να αναπαράγουμε τη συζήτηση στο μυαλό μας, αναζητώντας λάθη που οι υπόλοιποι ενδέχεται να μην πρόσεξαν καν. Μια περιστασιακή αμηχανία είναι συνηθισμένη. Όταν, όμως, ο φόβος επιμένει, προκαλεί έντονη δυσφορία και περιορίζει τις δραστηριότητες της καθημερινότητας, μπορεί να πρόκειται για διαταραχή κοινωνικού άγχους, η οποία χρήζει αξιολόγησης από ειδικό.
Το «δεν ταιριάζω» δεν είναι δεδομένο
Η αίσθηση ότι «περισσεύουμε» σε μια παρέα μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντική. Εκείνη τη στιγμή, μια παύση στη συζήτηση φαντάζει με αποδοκιμασία και μια σύντομη απάντηση με απόρριψη. Ωστόσο, ο συνομιλητής μας μπορεί να είναι απλώς κουρασμένος, αφηρημένος ή εξίσου αμήχανος.
Αυτό δεν ακυρώνει τη δυσφορία μας. Μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν περισσότερες ερμηνείες από εκείνη που μας φοβίζει. Αντί για το «κανείς δεν με θέλει εδώ», μπορούμε να παρατηρήσουμε: «Φοβάμαι ότι δεν με αποδέχονται, αλλά δεν ξέρω τι πραγματικά σκέφτονται οι γύρω μου».
Η διάκριση ανάμεσα στο συναίσθημα και στο συμπέρασμα μας βοηθά να δούμε την κατάσταση πιο ψύχραιμα, πριν αποφασίσουμε ότι δεν έχουμε θέση σε αυτήν.
Λιγότερη πίεση, μικρότερα βήματα
Πριν από μια συνάντηση, μπορούμε να θέσουμε έναν απλό στόχο, όπως να συστηθούμε σε έναν άνθρωπο ή να κάνουμε μια ερώτηση. Η κοινωνική επαφή δεν απαιτεί να έχουμε πάντα την πιο έξυπνη ατάκα. Το ενδιαφέρον για όσα λέει ο συνομιλητής μας μπορεί να γίνει η αφετηρία μας.
Μέσα στη συζήτηση, μπορούμε να επιστρέφουμε στα λόγια του άλλου, αντί να ελέγχουμε διαρκώς πώς φαινόμαστε. Ένας άνθρωπος εμπιστοσύνης μπορεί επίσης να μας υποστηρίξει, ειδικά αν γνωρίζει ότι δυσκολευόμαστε.
Αν η αποφυγή αρχίζει να καθορίζει τις επιλογές μας, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει. Με τον χρόνο, ζητούμενο είναι να αποκτήσουμε μεγαλύτερη ελευθερία στις κοινωνικές μας επαφές. Να πηγαίνουμε στη συνάντηση επειδή θέλουμε, ακόμη κι αν νιώθουμε κάποια αμηχανία. Και να επιτρέπουμε στις συζητήσεις να εξελίσσονται φυσικά, χωρίς να σκεφτόμαστε ότι κάθε κουβέντα λέει κάτι για την αξία μας.
vita.gr








