Ζούμε σε μια εποχή όπου το burnout καραδοκεί, καθώς οι ημέρες μας είναι γεμάτες υποχρεώσεις, εκκρεμότητες, στόχους και αμέτρητες απαιτήσεις. Από τη στιγμή που ξυπνάμε μέχρι την ώρα που θα πέσουμε για ύπνο, προσπαθούμε να προλάβουμε τα πάντα. Να είμαστε συνεπείς στη δουλειά μας, παρόντες στην οικογένειά μας, διαθέσιμοι στους φίλους μας, αποτελεσματικοί σε όσα αναλαμβάνουμε και, κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, να φροντίσουμε και τον εαυτό μας.

Έχουμε, μάλιστα, αρχίσει να θεωρούμε την εξάντληση σχεδόν αυτονόητη. Το να είμαστε διαρκώς κουρασμένοι, να αισθανόμαστε ότι δεν προλαβαίνουμε και να πηγαίνουμε από τη μία υποχρέωση στην άλλη έχει γίνει για πολλούς τρόπος ζωής.

Ωστόσο, όσο καλές κι αν είναι οι προθέσεις μας, η προσπάθεια να τα κάνουμε όλα συχνά έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκουμε. Η υπερφόρτωση μάς στερεί τη συγκέντρωση, την ενέργεια και τη δυνατότητα να ανταποκριθούμε ουσιαστικά σε όσα έχουν πραγματική σημασία. Κάνοντας διαρκώς περισσότερα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πετυχαίνουμε περισσότερα. Αντίθετα, κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε στη σωματική και ψυχική εξουθένωση.

Ίσως, λοιπόν, η λύση να μην είναι να προσπαθήσουμε ακόμη περισσότερο, αλλά να μάθουμε να κάνουμε λιγότερα.

Κάνουμε λιγότερα για να αποφύγουμε το burnout

Η ιδέα του να κάνουμε λιγότερα μπορεί αρχικά να μας προκαλεί άγχος ή ακόμη και ενοχές. Έχουμε μάθει να συνδέουμε την αξία μας με την παραγωγικότητα, την επιτυχία με τα επιτεύγματα και την προσωπική ικανοποίηση με όσα καταφέρνουμε να ολοκληρώσουμε. Μέσα σε αυτή τη νοοτροπία, η ξεκούραση μοιάζει συχνά με πολυτέλεια και η αδράνεια με χαμένο χρόνο.

Ωστόσο, το να κάνουμε λιγότερα δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τις φιλοδοξίες μας ή ότι αδιαφορούμε για τις ευθύνες μας. Σημαίνει ότι μαθαίνουμε να διακρίνουμε το σημαντικό από το επείγον, το ουσιαστικό από το περιττό και τις πραγματικές μας ανάγκες από τις προσδοκίες των άλλων.

Ήδη από τον 19ο αιώνα, ο Ιταλός οικονομολόγος και κοινωνιολόγος Βιλφρέντο Παρέτο διατύπωσε την αρχή που έγινε γνωστή ως Αρχή του Pareto ή Κανόνας 80/20. Σύμφωνα με αυτήν, ένα σχετικά μικρό ποσοστό των προσπαθειών μας μπορεί να συνεισφέρει δυσανάλογα μεγάλο μέρος των αποτελεσμάτων μας. Με απλά λόγια, περίπου το 20% των ενεργειών μας μπορεί να ευθύνεται για το 80% των αποτελεσμάτων μας, αν και η αναλογία αυτή δεν ισχύει με ακρίβεια σε κάθε περίπτωση.

Αν εφαρμόσουμε αυτή τη σκέψη στην καθημερινότητά μας, μπορούμε να αναρωτηθούμε: Ποιες είναι οι λίγες εκείνες δραστηριότητες που έχουν πραγματική αξία για εμένα; Ποιες με φέρνουν πιο κοντά στις προσωπικές μου αξίες, στους ανθρώπους που αγαπώ και στη ζωή που θέλω να δημιουργήσω;

Όταν αρχίζουμε να δίνουμε προτεραιότητα σε όσα έχουν ουσιαστική σημασία, απελευθερώνουμε χρόνο και ενέργεια. Δεν χρειάζεται να γεμίζουμε κάθε κενό της ημέρας με μια νέα δραστηριότητα ούτε να αισθανόμαστε ότι πρέπει να είμαστε συνεχώς απασχολημένοι για να θεωρούμαστε χρήσιμοι.

Η αυτοφροντίδα δεν είναι άλλη μία υποχρέωση

Συχνά αντιμετωπίζουμε την αυτοφροντίδα ως κάτι που θα κάνουμε όταν ολοκληρώσουμε όλες τις υπόλοιπες υποχρεώσεις μας. Όταν τελειώσει η δουλειά, όταν τακτοποιηθεί το σπίτι, όταν βρεθεί χρόνος για όλους τους άλλους. Μόνο που αυτός ο χρόνος δεν έρχεται πάντα.

Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την παραγωγικότητα. Αντί να αξιολογούμε την ημέρα μας αποκλειστικά με βάση τις εργασίες που ολοκληρώσαμε, μπορούμε να αναγνωρίζουμε και τις μικρές πράξεις που ενισχύουν την ευεξία μας.

Αντί να αισθανόμαστε ικανοποίηση μόνο όταν διαγράφουμε όλες τις εκκρεμότητες από τη λίστα μας, μπορούμε να αρχίσουμε να επιβραβεύουμε τον εαυτό μας και για όσα μας κάνουν να αισθανόμαστε καλά.

Η ξεκούραση δεν χρειάζεται να είναι η ανταμοιβή για την εξάντλησή μας. Είναι μια βασική ανάγκη που πρέπει να εντάσσεται στην καθημερινότητά μας.


vita.gr