Ένας καλός βαθμός, μια προαγωγή, ένα «μπράβο», μια διάκριση, η αναγνώριση από έναν άνθρωπο που εκτιμάμε… Από πολύ νωρίς στη ζωή μας μαθαίνουμε ότι ορισμένες συμπεριφορές και επιτεύγματα συνοδεύονται από επιβράβευση. Και όταν κάτι μας χαρίζει την αποδοχή των άλλων, είναι φυσικό να θέλουμε να το επαναλάβουμε. Δεν υπάρχει απαραίτητα κάτι κακό σε αυτό. Η αναγνώριση μπορεί να μας δώσει χαρά και κίνητρο, να μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε και να μας δείξει ότι η προσπάθειά μας γίνεται αντιληπτή. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η επιτυχία αρχίζει να αποτελεί τον βασικό τρόπο με τον οποίο αποφασίζουμε όχι μόνο αν τα πηγαίνουμε καλά αλλά και αν είμαστε «αρκετοί»;

Τότε μπορεί, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, να αρχίσουμε να κυνηγάμε όχι τόσο αυτό που πραγματικά θέλουμε όσο την επιβεβαίωση που περιμένουμε ότι θα το συνοδεύσει.

Όταν η επιτυχία γίνεται μέτρο της αξίας μας

Το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουμε συμβάλλει στη διαμόρφωση της αντίληψής μας για το τι σημαίνει «τα καταφέρνω». Τελειώνουμε το σχολείο, σπουδάζουμε, βρίσκουμε μια καλή δουλειά, εξελισσόμαστε επαγγελματικά. Όταν όλα αυτά συνοδεύονται από επαίνους και αναγνώριση, έχουμε έναν επιπλέον λόγο να συνεχίσουμε προς την ίδια κατεύθυνση.

Η εξωτερική επιβεβαίωση δεν είναι, βέβαια, ο εχθρός. Η υπερβολική εξάρτηση από αυτήν είναι που μπορεί να γίνει παγίδα.

Για κάποιους ανθρώπους, η ανάγκη για αναγνώριση μπορεί να έχει λειτουργήσει επί χρόνια ως ένα εξαιρετικά ισχυρό κίνητρο. Μπορεί να τους ώθησε να διαβάσουν περισσότερο, να διακριθούν, να εργαστούν σκληρά ή να επιμείνουν σε μια δραστηριότητα ακόμη κι όταν δεν τους πρόσφερε ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Κάθε επίτευγμα έφερνε ακόμη ένα «μπράβο» και μαζί του την αίσθηση ότι βρίσκονται στον σωστό δρόμο.

Κάπου εκεί, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος να συνδεθούν δύο διαφορετικά πράγματα: η επιτυχία μας και η αξία που αποδίδουμε στον εαυτό μας.

Η ψυχολογία έχει μελετήσει αυτό που οι ερευνητές ονομάζουν «εξαρτώμενη αυτοαξία»: την τάση, δηλαδή, η αυτοεκτίμησή μας να εξαρτάται από την επιτυχία ή την αποτυχία μας σε συγκεκριμένους τομείς. Σε μελέτη 1.418 φοιτητών, οι ερευνητές εντόπισαν διαφορετικές πηγές πάνω στις οποίες μπορεί να στηρίζεται η αυτοαξία, μεταξύ των οποίων η ακαδημαϊκή επίδοση, η εμφάνιση, ο ανταγωνισμός και η αποδοχή των άλλων.

Και αυτό έχει πρακτικές συνέπειες. Σε άλλη μελέτη, φοιτητές των οποίων η αυτοαξία ήταν στενά συνδεδεμένη με την ακαδημαϊκή τους επίδοση παρουσίαζαν μεγαλύτερες μεταβολές στην αυτοεκτίμησή τους ανάλογα με τους βαθμούς που λάμβαναν: οι καλοί βαθμοί τη βελτίωναν, ενώ οι κακοί μπορούσαν να την πλήξουν περισσότερο.

Όταν λοιπόν η επιτυχία συνδέεται πολύ στενά με την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, μια αποτυχία παύει να αφορά μόνο κάτι που δεν πήγε όπως θέλαμε. Μπορεί να αρχίσει να μοιάζει με απόδειξη ότι εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε αρκετά καλοί.

Πότε ξέρουμε ότι έχουμε κάνει αρκετά;

Υπάρχει και ένα παράδοξο: όσο μεγαλώνουμε, τόσο λιγότερες γίνονται οι ξεκάθαρες «βαθμολογίες» της ζωής.

Στο σχολείο και στις σπουδές υπάρχουν εξετάσεις, βαθμοί και διακρίσεις. Στην ενήλικη ζωή, όμως, τα όρια γίνονται πιο ασαφή. Στη δουλειά, για παράδειγμα, μπορεί να λάβουμε μια αξιολόγηση που αναγνωρίζει όσα κάνουμε καλά αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει όσα χρειάζονται βελτίωση. Και δεν υπάρχει πάντα κάποιος απέναντί μας για να μας διαβεβαιώσει ότι «τα καταφέραμε».

Ακόμη και μια μεγάλη επιτυχία δεν εγγυάται ότι θα αισθανθούμε όπως περιμέναμε. Μπορεί να πάρουμε τελικά την προαγωγή που θέλαμε, να ολοκληρώσουμε έναν δύσκολο στόχο ή να φτάσουμε πολύ ψηλά επαγγελματικά και, αντί για το πολυπόθητο αίσθημα ολοκλήρωσης, να αναρωτιόμαστε σχεδόν αμέσως: «Και τώρα τι;».

Η χαρά του επιτεύγματος μπορεί να αποδειχθεί σύντομη. Πετυχαίνουμε αυτό που θέλαμε, νιώθουμε καλά για λίγο και σύντομα εμφανίζεται μπροστά μας ο επόμενος στόχος. Το «θα είμαι ικανοποιημένος όταν…» αποκτά μια καινούργια κατάληξη και η γραμμή του τερματισμού μετακινείται ξανά.

Παράλληλα, όταν έχουμε μάθει να στηριζόμαστε κυρίως στην εξωτερική επιβεβαίωση, ένα αρνητικό σχόλιο μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη βαρύτητα. Αντί να το αντιμετωπίσουμε ως πληροφορία για κάτι συγκεκριμένο που θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε, μπορεί να το βιώσουμε ως συνολική κρίση για τις ικανότητές μας.

Από το «τι θα πουν οι άλλοι;» στο «τι σημαίνει για μένα;»

Η λύση δεν είναι να σταματήσουμε να χαιρόμαστε όταν κάποιος αναγνωρίζει την προσπάθειά μας. Ούτε να αδιαφορούμε για τη γνώμη και την ανατροφοδότηση των ανθρώπων γύρω μας. Το ζητούμενο είναι η εξωτερική επιβεβαίωση να αποτελεί ένα κομμάτι και όχι ολόκληρη την εικόνα της επιτυχίας μας.

Μπορούμε να μάθουμε να αναγνωρίζουμε και οι ίδιοι την πρόοδό μας: την προσπάθεια που καταβάλαμε, όσα μάθαμε στην πορεία, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσαμε μια δυσκολία, το πόσο έχουμε εξελιχθεί σε σχέση με το παρελθόν.

Ένα πρώτο βήμα είναι να παρατηρήσουμε πώς μιλάμε στον εαυτό μας όταν κάτι δεν πηγαίνει όπως θέλαμε. Ένα λάθος γίνεται εύκολα «πάντα τα χαλάω», ενώ η σύγκριση με κάποιον άλλον μπορεί να μετατραπεί σε «δεν θα γίνω ποτέ τόσο καλός».

Μια πιο δίκαιη εσωτερική απάντηση δεν σημαίνει ότι ωραιοποιούμε την πραγματικότητα. Σημαίνει ότι τη βλέπουμε στις πραγματικές της διαστάσεις. «Έκανα ένα λάθος. Τι μπορώ να μάθω από αυτό;». Ή, αντί για «γιατί δεν είμαι τόσο καλός όσο εκείνος;», «πού βρισκόμουν πριν από μερικούς μήνες και πού βρίσκομαι σήμερα;».

Άλλωστε, ερευνητική δουλειά γύρω από την εξαρτώμενη αυτοαξία υποστηρίζει ότι η προσπάθεια να προστατεύουμε και να ενισχύουμε διαρκώς την αυτοεκτίμησή μας μέσω της επιτυχίας μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρεμβαίνει ακόμη και στην επιδίωξη των ουσιαστικών στόχων μας. Αντίθετα, μια στάση περισσότερο προσανατολισμένη στη μάθηση επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε την αποτυχία ως ευκαιρία να εντοπίσουμε αδυναμίες και να προσαρμόσουμε την προσπάθειά μας.

Επιτυχία δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα

Μια προσπάθεια εξακολουθεί να έχει αξία ακόμη κι όταν δεν καταλήγει στην πρώτη θέση, στον τέλειο βαθμό ή στην προαγωγή.

Σκεφτείτε έναν αθλητή που φτάνει στους Ολυμπιακούς Αγώνες αλλά δεν κερδίζει το χρυσό μετάλλιο. Οι περισσότεροι αθλητές που συμμετέχουν στους Αγώνες δεν θα φύγουν με το χρυσό. Αυτό δεν ακυρώνει τις αμέτρητες ώρες προπόνησης, την πρόοδο, την επιμονή ή τη διαδρομή που χρειάστηκε για να φτάσουν μέχρι εκεί.

Το ίδιο ισχύει και για πολύ πιο καθημερινές προσπάθειες. Δεν χρειάζεται κάθε μία να συνοδεύεται από ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα για να έχει σημασία. Ούτε κάθε στόχος που δεν επιτεύχθηκε ακριβώς όπως τον φανταστήκαμε αποτελεί αποτυχία.

Ίσως, λοιπόν, αξίζει κάποιες φορές να αλλάζουμε τις ερωτήσεις που κάνουμε στον εαυτό μας. Αντί για: «Τι άλλο πρέπει να πετύχω;», να αναρωτιόμαστε: «Γιατί θέλω να το πετύχω;», «Τι μου προσφέρει αυτή η προσπάθεια;», «Τι έμαθα;», «Έχω εξελιχθεί;».

Γιατί η επιτυχία μπορεί να είναι σημαντική, αλλά δεν χρειάζεται να αποτελεί διαρκώς την απόδειξη ότι είμαστε αρκετοί. Δεν χρειάζεται να πετυχαίνουμε συνεχώς κάτι ούτε να είμαστε τέλειοι για να αναγνωρίζουμε την αξία μας. Άλλο τι πετύχαμε και άλλο πόσο αξίζουμε.


vita.gr