Έχετε μια σημαντική συνέντευξη για δουλειά. Θέλετε τη θέση και αποφασίζετε να προετοιμαστείτε ψυχολογικά: φαντάζεστε τον εαυτό σας να μπαίνει με αυτοπεποίθηση στο γραφείο, να απαντά άψογα σε κάθε ερώτηση και να εντυπωσιάζει τους ανθρώπους απέναντί του. Ίσως επαναλάβετε μερικές θετικές δηλώσεις μπροστά στον καθρέφτη. Ίσως οραματιστείτε ακόμη και τη στιγμή που θα σας ανακοινώσουν ότι η θέση είναι δική σας. Φεύγετε από το σπίτι και αισθάνεστε υπέροχα. Υπάρχει μόνο ένα μικρό πρόβλημα: δεν έχετε κοιτάξει ούτε μία φορά το βιογραφικό σας, δεν έχετε προετοιμαστεί για πιθανές δύσκολες ερωτήσεις και δεν έχετε ψάξει σχεδόν τίποτα για την εταιρεία. Και κάπου εδώ βρίσκεται η λιγότερο προφανής πλευρά αναφορικά με τη θετική σκέψη.
Θετική σκέψη: «Μπορώ να το πετύχω» ή «το έχω ήδη πετύχει»;
Η ιδέα ότι μπορούμε να «προσελκύσουμε» όσα επιθυμούμε έχει αποκτήσει τεράστια δημοτικότητα στα social media. Affirmations, scripting, vision boards, manifestation, «lucky girl syndrome»: διαφορετικές εκδοχές της ίδιας περίπου λογικής μάς ενθαρρύνουν να δημιουργήσουμε μια όσο το δυνατόν πιο ζωντανή εικόνα της ζωής που επιθυμούμε.
Τι κακό μπορεί όμως να έχει το να φανταζόμαστε ότι όλα θα πάνε καλά;
Σε έρευνά τους, οι ψυχολόγοι Gabriele Oettingen και Doris Mayer επισήμαναν ότι οι θετικές προσδοκίες δεν λειτουργούν απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο όπως ο θετικός οραματισμός του μέλλοντος.
Στην πρώτη περίπτωση, πιστεύουμε ότι ο στόχος μας είναι εφικτός: «Μπορώ να το κάνω».
Στη δεύτερη, μεταφερόμαστε νοητικά στο επιθυμητό μέλλον και το βιώνουμε σχεδόν σαν να έχει ήδη συμβεί.
Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά έχει σημασία για το κίνητρό μας. Οι θετικές προσδοκίες μπορούν να μας ωθήσουν να επενδύσουμε προσπάθεια σε έναν στόχο που θεωρούμε εφικτό. Η απλή φαντασίωση της επιτυχίας, αντίθετα, έχει συνδεθεί σε έρευνες με μικρότερη προσπάθεια και λιγότερο ευνοϊκά αποτελέσματα.
Γιατί ο οραματισμός της επιτυχίας μπορεί να μας “ξεγελάσει”
Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι ο έντονος οραματισμός μάς επιτρέπει να πάρουμε μια μικρή «γεύση» από την ανταμοιβή πριν ακόμη κάνουμε όσα απαιτούνται για να την κερδίσουμε.
Φανταζόμαστε την προαγωγή. Τον βαθμό που θέλουμε στις εξετάσεις. Την ολοκλήρωση ενός δύσκολου στόχου. Για λίγα λεπτά, μπορούμε σχεδόν να νιώσουμε την ικανοποίηση που θα μας πρόσφερε η πραγματική επιτυχία.
Αυτό είναι ευχάριστο. Δεν είναι όμως απαραίτητα και κάτι που μας κινητοποιεί.
Σε πειράματα που δημοσιεύθηκαν στο Journal of Experimental Social Psychology, ερευνητές εξέτασαν ακριβώς αυτή την ιδέα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι θετικές φαντασιώσεις για ένα ιδανικό μέλλον μπορούσαν να συνδεθούν με χαμηλότερη ενεργοποίηση και μικρότερη επένδυση ενέργειας σε σχέση με άλλες συνθήκες.
Με απλά λόγια, όταν το μυαλό απολαμβάνει ήδη την επιτυχία, μπορεί να μην κινητοποιείται στον ίδιο βαθμό για να την κατακτήσει.
Και τι γίνεται με το manifestation;
Τι συμβαίνει όταν η πεποίθηση ότι «θα πάνε όλα καλά» αρχίζει να αντικαθιστά την προετοιμασία ή τη ρεαλιστική αξιολόγηση των δυσκολιών;
Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2025 στο Personality and Social Psychology Bulletin εξέτασε τις πεποιθήσεις γύρω από το manifestation. Οι ισχυρότερες σχετικές πεποιθήσεις συνδέθηκαν με υψηλότερες φιλοδοξίες και μεγαλύτερη αντιλαμβανόμενη επιτυχία. Παράλληλα, όμως, συνδέθηκαν και με μεγαλύτερη προθυμία ανάληψης οικονομικών κινδύνων, ενώ οι ερευνητές βρήκαν επίσης συσχέτιση με την εμπειρία χρεοκοπίας.
Και εδώ χρειάζεται η γνωστή αλλά σημαντική διευκρίνιση: πρόκειται για συσχετίσεις. Τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι η πίστη στο manifestation προκαλεί από μόνη της αυτές τις συμπεριφορές ή εκβάσεις.
Δείχνουν όμως γιατί η αυτοπεποίθηση από μόνη της δεν είναι πάντα αρκετή. Το να πιστεύουμε ότι θα πετύχουμε μπορεί να μας κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα. Δεν μας λέει όμως τι πρέπει να κάνουμε όταν κάτι πάει στραβά.
Mental contrasting: Η θετική σκέψη συναντά τα εμπόδια
Υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος να αξιοποιήσουμε τη δύναμη του οραματισμού χωρίς να αγνοούμε την πραγματικότητα: το mental contrasting, ή νοητική αντιπαραβολή.
Αρχικά αναρωτιόμαστε: Τι θέλω πραγματικά; Πώς θα αισθανθώ εάν το πετύχω;
Δεν σταματάμε όμως εκεί.
Στη συνέχεια αναρωτιόμαστε: Τι βρίσκεται αυτή τη στιγμή ανάμεσα σε εμένα και σε αυτόν τον στόχο;
Αν θέλω να φτάσω στο Χ, πρέπει πρώτα να αντιμετωπίσω το Υ.
Και μετά έρχεται το πρακτικό μέρος: τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό;
Στο παράδειγμα της συνέντευξης, μπορούμε να φανταστούμε ότι τα πηγαίνουμε εξαιρετικά και παίρνουμε τη θέση. Ταυτόχρονα, όμως, αναγνωρίζουμε τα πιθανά εμπόδια: μια δύσκολη ερώτηση για το βιογραφικό μας, το άγχος, την ελλιπή γνώση της εταιρείας ή τον ανταγωνισμό για τη θέση. Και προετοιμαζόμαστε ανάλογα.
Δεν χρειάζεται να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε θετικά
Το μήνυμα της έρευνας δεν είναι ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την αισιοδοξία, τον οραματισμό ή την πίστη στον εαυτό μας. Η θετική σκέψη γίνεται αντιπαραγωγική όταν στρέφει την προσοχή μας μακριά από τη διαδρομή που απαιτείται για να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Μπορούμε λοιπόν να συνεχίσουμε να φανταζόμαστε τους στόχους μας και να πιστεύουμε ότι έχουμε τη δυνατότητα να τους πετύχουμε. Αρκεί να αφιερώνουμε τουλάχιστον εξίσου χρόνο στο να αναγνωρίζουμε τι μπορεί να μας δυσκολέψει και να σχεδιάζουμε πώς θα το αντιμετωπίσουμε.
Ίσως, τελικά, η πιο χρήσιμη θετική σκέψη να μην είναι «θα πετύχω ό,τι κι αν γίνει», αλλά κάτι πιο προσγειωμένο και ταυτόχρονα πιο δυνατό:
«Μπορώ να πετύχω. Τι χρειάζεται να κάνω για να αυξήσω τις πιθανότητές μου;»
vita.gr








