Η υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης αποτελεί έναν κομβικό σταθμό στη ζωή κάθε εργαζομένου και μια απόφαση με καθοριστικό αντίκτυπο στο μέλλον του. Για να εξασφαλιστεί το καλύτερο δυνατό οικονομικό αποτέλεσμα, η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να αφήνεται στην τύχη, αλλά απαιτεί έγκυρη ενημέρωση, στρατηγικό σχεδιασμό και κατάλληλη προετοιμασία.
Όπως επισημαίνει ο Καθηγητής και Πρόεδρος της ΕΝΥΠΕΚΚ, Αλέξης Μητρόπουλος, υπάρχουν έξι κομβικές κινήσεις -οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν είτε μεμονωμένα είτε συνδυαστικά— που ξεκλειδώνουν το δρόμο για τη λήψη μιας υψηλότερης σύνταξης.
Αναλυτικά όσα γράφει ο κ. Μητρόπουλος:
-
Η εξαγορά πλασματικών χρόνων (Σπουδές, τέκνα, στρατιωτική θητεία, άδειες άνευ αποδοχών)
«Η εξαγορά πλασματικού χρόνου διευκολύνει τους ασφαλισμένους να βγουν νωρίτερα στη σύνταξη και κυρίως να αυξήσουν το τελικό ποσό της. Γι’αυτό τον πολύ χρήσιμο και καθοριστικό αυτόν θεσμό τής αναγνώρισης πλασματικού χρόνου «εκμεταλλεύονται» περίπου 7 στους 10 ασφαλισμένους.
Οι ασφαλισμένοι μπορούν να εξαγοράσουν πλασματικό χρόνο που προστίθεται στα πραγματικά χρόνια ασφάλισης και συγκεκριμένα: τον χρόνο τής στρατιωτικής θητείας (έως και 720 ημέρες ασφάλισης), τον χρόνο σπουδών (έως 4 έτη), τον χρόνο για τα τέκνα (έως 5 έτη), τον χρόνο ανεργίας ή ασθένειας, τα κενά διαστήματα ασφάλισης, την εκπαιδευτική άδεια (έως 2 έτη για το Δημόσιο), τον χρόνο προεγγραφής στα μητρώα ελευθέρων επαγγελματιών (έως 5 έτη για ΟΑΕΕ-ΕΤΑΑ), καθώς και τον χρόνο έκτισης ποινής. Οι περισσότεροι ασφαλισμένοι κάνουν χρήση της αναγνώρισης πλασματικού χρόνου για να συμπληρώσουν τα 40 έτη ασφάλισης που αποτελεί και τη σημαντική προϋπόθεση για πλήρη σύνταξη στο 62ο έτος ηλικίας (12.000 ΗΑ).
Με την εξαγορά τού απολύτως αναγκαίου πλασματικού χρόνου, η προσαύξηση της σύνταξης μπορεί να φτάσει μέχρι και τα 400 ευρώ μηνιαίως. Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα μπορούν να εξαγοράσουν μέχρι επτά (7) χρόνια ενώ οι δημόσιοι υπάλληλοι μέχρι και δώδεκα (12) χρόνια αφού τα πέντε (5) έτη για έως και τρία (3) τέκνα χορηγούνται επιπλέον σ’αυτούς.
Σύμφωνα με τις ισχύουσες σήμερα διατάξεις, οι ασφαλισμένοι μπορούν να εξαγοράσουν πλασματικό τρόπο με τρεις (3) τρόπους: α)με δόσεις, β)με συμψηφισμό του 25% της σύνταξης και γ)με εφάπαξ εξαγορά.
Στην εφάπαξ εξαγορά χορηγείται έκπτωση 2% για κάθε πλήρες έτος αναγνώρισης πλασματικού χρόνου. Για τους μισθωτούς το κόστος εξαγοράς είναι το 20% των μηνιαίων αποδοχών και για τους μη μισθωτούς (ελεύθερους επαγγελματίες, επιστήμονες, αγρότες) το κόστος υπολογίζεται με βάση την ισχύουσα μηνιαία εισφορά στον κλάδο σύνταξης.
Για τους δημοσίους υπαλλήλους η αίτηση αναγνώρισης πλασματικού χρόνου μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε και να ενεργοποιηθεί κατά τον χρόνο υποβολής τής αίτησης συνταξιοδότησης. Το κόστος τής εξαγοράς θα υπολογιστεί με βάση το ύψος τού μισθού κατά τον χρόνο υποβολής τής αίτησης.
Για τους ασφαλισμένους τού ιδιωτικού τομέα, με την υποβολή τής αίτησης εξαγοράς πλασματικού χρόνου θα πρέπει να καταβληθεί και το κόστος εξαγοράς ανάλογα με τον τρόπο που έχει επιλέξει ο ασφαλισμένος (εφάπαξ καταβολή, με δόσεις, συμψηφισμός με τη σύνταξη).
Μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού την 1-4-2026 στα 920 ευρώ, το ελάχιστο μηνιαίο κόστος εξαγοράς πλασματικού χρόνου ανήλθε στα 184 ευρώ.
-
H επίτευξη συνολικού χρόνου ασφάλισης με 36 έως 40 χρόνια (πραγματικά-πλασματικά)
Ο χρόνος ασφάλισης (πραγματικός-πλασματικός) είναι ο πιο καθοριστικός παράγοντας για το τελικό ύψος τής σύνταξης.
Για έτη ασφάλισης από 36 έως 40, το ποσοστό αναπλήρωσης αυξάνεται κατά 2,55% για κάθε επιπλέον έτος ασφάλισης. Οι ασφαλισμένοι πρέπει να γνωρίζουν επίσης ότι τα 36 έτη ασφάλισης αποδίδουν ποσοστό αναπλήρωσης 39,81% ενώ τα 40 έτη ασφάλισης αποδίδουν ποσοστό αναπλήρωσης 50%! Η ασφάλιση πάνω από 40 έτη δεν είναι συμφέρουσα αφού προσθέτει μισή μονάδα (0,5%) ανά έτος.
Στους παρακάτω δύο πίνακες παρατίθενται τα ποσοστά αναπλήρωσης της ανταποδοτικής σύνταξης μέχρι 30-9-2019 και από 1-10-2019 κι εφεξής, μετά την τροποποίηση του άρθρου 8 του ν. 4387/2016, σε συμμόρφωση των υπ’αριθ. 1889-1891/2019 αποφάσεων της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας που ακύρωσαν μερικώς (μετά τα 30 χρόνια) τα ποσοστά αναπλήρωσης του νόμου Κατρούγκαλου.

-
H αποφυγή, κατά το δυνατό, της μειωμένης σύνταξης στα 62 έτη
Η εξοντωτική ισόβια ποινή («πέναλτι») ύψους 30% για όσους/όσες αναγκάζονται ή αποφασίζουν να εξέλθουν με μειωμένη σύνταξη στο 62ο έτος ηλικίας, επιβλήθηκε με τον νόμο Τσίπρα-Κατρούγκαλου 4387/2016, στο άρθρο 7 (παρ. 3) του οποίου ορίστηκε ότι: «3.Το ποσό της εθνικής σύνταξης μειώνεται αναλογικά στις περιπτώσεις καταβολής μειωμένης σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Η κατά τα ανωτέρω μείωση της εθνικής σύνταξης, προκειμένου για τους ασφαλισμένους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, ανέρχεται σε 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται για τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης.».
Από 1-1-2023 η μειωμένη εθνική σύνταξη με 20 χρόνια ασφάλισης αυξήθηκε από 268,80 € (το 2022) σε 289,63 €, ενώ η μειωμένη με 15 χρόνια ασφάλισης από 241,92 € (το 2022) έφτασε σε 260,67 €. Με την αύξηση κατά 3% το 2024, κατά 2,4% από 1-1-2025 και κατά 2,4% από 1-1-2026, η μειωμένη εθνική σύνταξη ανά χρόνια ασφάλισης, πάντα μεικτή, εξελίχθηκε ως κατωτέρω:

Η «τιμωρητική» αυτή διάταξη για τις μειωμένες συντάξεις, που αφορά κυρίως ασφαλισμένες γυναίκες, επιβάλλεται άμεσα να καταργηθεί.
-
Η επιδίωξη για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος με 20ετή ασφάλισης (6.000 ένσημα) και όχι με 15ετή ασφάλιση (4.500 ένσημα)
Αναφορικά με τις μειωμένες συντάξεις, οι ασφαλισμένοι πρέπει να επιδιώξουν τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος με 20 έτη ασφάλισης (6.000 ένσημα) και όχι με 15 έτη ασφάλισης (4.500), αφού η διαφορά τους είναι μεγάλη.
Με 20 έτη ασφάλισης η εθνική σύνταξη σήμερα ανέρχεται σε 446,86 ευρώ. Με 15 έτη ασφάλισης η εθνική σύνταξη ανέρχεται σήμερα σε 402 ευρώ. Για έτη ασφάλισης από 15-19, η εθνική σύνταξη μειώνεται κατά 2% ανά υπολειπόμενο έτος, όπως φαίνεται στον παραπάνω πίνακα.

-
Η επιδίωξη για 40 χρόνια μόνιμης διαμονής στην Ελλάδα από το έτος των 15 ετών και άνω
Σύμφωνα με την ακραίας βαρβαρότητας διάταξη της παρ.2 άρθρου 7 του ν. 4387/2016, η πλήρης εθνική σύνταξη καταβάλλεται στους ομογενείς από Αλβανία και χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης με 40 χρόνια μόνιμης και νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα. Το ποσό της εθνικής σύνταξης των ομογενών-συνταξιούχων λόγω γήρατος μειωνόταν κατά 1/40 για κάθε χρόνο που υπολείπεται των 40 ετών διαμονής τους στην Ελλάδα. Την απάνθρωπη αυτή ρύθμιση σε βάρος φτωχών ανθρώπων ομογενών μας που έχουν εργαστεί και με βάση το κριτήριο της ασφάλισης, διατήρησε σε ισχύ δυστυχώς και ο νόμος Βρούτση 4670/2020.
Αργότερα, με το άρθρο 73 του ν. 4915/2022 τροποποιήθηκε η απαιτούμενη διάρκεια μόνιμης και νόμιμης διαμονής στη χώρα σε 30 έτη και με βάση αφετηρίας το 1992.
Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές, που αφορούν το ύψος τής εθνικής σύνταξης των ομογενών μας (ΜΟΝΟ από Αλβανία και χώρες τής πρώην Σοβιετικής Ένωσης), είναι αντίθετες στο Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 5), τη ΔΣΕ 102/1952 «περί ελαχίστων ορίων τής Κοινωνικής Ασφάλειας» και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς με αριθ. 883/2004 και 987/2009, όπως άλλωστε αναφέρεται και στην πολύ σημαντική Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη με αριθμό 267731/3209/21-1-2020.
Ως εκ τούτου, γίνεται σαφές ότι η κυβέρνηση, αλλά και τα κόμματα της Αντιπολίτευσης οφείλουν να ψηφίσουν το συντομότερο διάταξη που να παρέχει το δικαίωμα σε όλους ανεξαιρέτους τους ασφαλισμένους, ΚΑΙ τους ομογενείς μας από όλες τις χώρες τού κόσμου, να λαμβάνουν πλήρη εθνική σύνταξη ή μειωμένη εθνική σύνταξη και μάλιστα αναδρομικά και έντοκα, όπως λαμβάνουν πλήρη σύνταξη όσοι ασφαλίστηκαν για 20 χρόνια (6.000 ένσημα) ή 15 χρόνια αντίστοιχα, αλλά διέμεναν μόνιμα στη χώρα μας. Οποιαδήποτε άλλη επιλογή είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στις Διεθνείς Συμβάσεις και Ευρωπαϊκές Οδηγίες, σύμφωνα και με την απόλυτα τεκμηριωμένη Έκθεση του Συνηγόρου του Πολίτη.
Από 1-1-2026 η εθνική σύνταξη των ομογενών μας με 30 χρόνια μόνιμης και νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα ανέρχεται από 436,40 € (μεικτά) το 2025 σε 446,86 € (μεικτά).
-
Η σωστή προετοιμασία του φακέλου για την απόδοση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου ποσοστού αναπηρίας, για όσους επιδιώκουν αναπηρική σύνταξη
Οι ενδιαφερόμενοι τής συγκεκριμένης κατηγορίας πρέπει να γνωρίζουν ότι με τους νόμους Κατρούγκαλου και Βρούτση (4387/2016 και 4670/2020), μόνο σε όσους κατέχουν ποσοστό αναπηρίας άνω του 80% χορηγείται σήμερα ολόκληρη η εθνική σύνταξη (446,86 ευρώ).
Πιο συγκεκριμένα, στις συντάξεις αναπηρίας ο ν. 4387/2016 (Τσίπρα-Κατρούγκαλου) επιφύλαξε πολύ σκληρή θεσμική συμπεριφορά αφού στο άρθρο 7 (παρ. 4) εξάρτησε το ύψος τής εθνικής σύνταξης από το ποσοστό αναπηρίας του δικαιούχου τής σύνταξης!!
Έτσι ο ν. 4387/2016 ορίζει ότι στους συνταξιούχους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη λόγω ανικανότητας με ποσοστό αναπηρίας από 67% έως και 79,99%, χορηγείται το 75% της Εθνικής Σύνταξης και με ποσοστό αναπηρίας από 50% έως και 66,99%, χορηγείται το 50% αυτής. Στους συνταξιούχους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη λόγω ανικανότητας με ποσοστό αναπηρίας έως 49,99%, χορηγείται το 40% της Εθνικής Σύνταξης! Στους συνταξιούχους με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, χορηγείται το πλήρες ποσό τής Εθνικής Σύνταξης.
Οι προσαρμογές αυτές δεν έχουν εφαρμογή για όσους συνταξιοδοτούνται είτε με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1α των άρθρων 1 και 26 του Π.Δ. 169/2007 (ΦΕΚ Α 210), είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές (όπως ισχύουν κάθε φορά), καθώς και για όσα από τα πρόσωπα αυτά συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του ν. 2084/1992.
Έτσι, σήμερα το ποσό τής εθνικής σύνταξης ανάλογα με το ποσοστό αναπηρίας έχει ως εξής:

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας (ΕΣΕΠΣ «ΗΛΙΟΣ») για τον Ιούλιο 2026, το σύνολο σχεδόν των αναπήρων-συνταξιούχων ανήκει στην κατηγορία των «φτωχών συνταξιούχων» («poor pensioners»). Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τον Πίνακα 4 (σελ. 7) της Έκθεσης η μέση δαπάνη για κύρια αναπηρική σύνταξη τον Ιούλιο 2026 ήταν 644,82 € μεικτά και για επικουρική αναπηρική ήταν 137,12 € μεικτά.
Η διαφοροποίηση του ύψους τής Εθνικής Σύνταξης ανάλογα με το ποσοστό αναπηρίας είναι μία από τις πιο σκληρές αντικοινωνικές διατάξεις που ψηφίστηκαν ποτέ στην Ευρώπη και μάλιστα από κυβέρνηση της «Αριστεράς». Δυστυχώς η κοινωνικά μή ανεκτή αυτή διάταξη διατηρήθηκε σε ισχύ και με τον νόμο Βρούτση 4670/2020. Είναι απαράδεκτο για το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα να μην μπορεί να αντιληφθεί το βαθιά αντικοινωνικό περιεχόμενο αυτής της ρύθμισης.
Η ακραία αυτή και απαξιωτική για τους συνταξιούχους ΑμΕΑ συνανθρώπους μας διάταξη πρέπει άμεσα να καταργηθεί».
enikonomia.gr









