Το βαθμό στον οποίο η οικονομική αβεβαιότητα δρα ως ανασχετικός παράγοντας στις επιχειρηματικές αποφάσεις για επενδύσεις και απασχόληση αποτυπώνει νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών.
Η μελέτη «Ο ρόλος της οικονομικής αβεβαιότητας στο κενό επενδύσεων και απασχόλησης της ελληνικής οικονομίας», που δημοσιεύθηκε σήμερα, εκπονήθηκε από το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με την υποστήριξη της Τράπεζας της Ελλάδος και μέρος της δημοσιεύθηκε στο τεύχος 63 του Οικονομικού Δελτίου της Τράπεζας της Ελλάδος. Η ανάλυση βασίζεται σε νέους δείκτες αβεβαιότητας για την ελληνική οικονομία και αναδεικνύει ότι η αύξηση της αβεβαιότητας επηρεάζει αρνητικά τις επενδύσεις και την απασχόληση, με επιδράσεις που διαρκούν πέραν του έτους. Ενδεικτικά, όσον αφορά το σύνολο της οικονομίας, εκτιμάται ότι έως το 40% της μείωσης της απασχόλησης την περίοδο 2010-2013, καθώς και το ένα τρίτο του καταγεγραμμένου επενδυτικού κενού έναντι της ΕΕ την περίοδο 2009-2015, μπορούν να αποδοθούν στην αβεβαιότητα.
Η οικονομική αβεβαιότητα έχει αναδειχθεί ως σημαντικός ανασχετικός παράγοντας στις επιχειρηματικές επενδύσεις και στην κατανάλωση των νοικοκυριών, με αρνητικές συνέπειες για την απασχόληση, τα εισοδήματα, την οικονομική ευημερία και την κοινωνική συνοχή. Συνεπώς, η καταγραφή και ανάλυση της έντασης της αβεβαιότητας είναι ιδιαίτερα χρήσιμες προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διευκολύνονται οι αποφάσεις των φορέων της αγοράς και να προσαρμόζονται ανάλογα οι προτεραιότητες οικονομικής πολιτικής, με γνώμονα τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους.
Νέοι δείκτες αβεβαιότητας
Η μελέτη επικεντρώνεται σε τρεις νέους δείκτες που κατασκευάζονται από στοιχεία της Έρευνας Οικονομικής Συγκυρίας. Ο πρώτος δείκτης αβεβαιότητας (EXAFD) υπολογίζεται με βάση τη διασπορά των επιχειρηματικών προσδοκιών, όπου μεγαλύτερη ετερογένεια στις προσδοκίες μεταφράζεται ως υψηλότερη αβεβαιότητα, ενώ ο δεύτερος δείκτης (EXPFE και MEXPFE) βασίζεται στα εκ των υστέρων σφάλματα πρόβλεψης των επιχειρήσεων αναφορικά με τη μελλοντική πορεία της οικονομικής τους δραστηριότητας. Ο τρίτος δείκτης αβεβαιότητας κατασκευάζεται σε επίπεδο επιχείρησης και βασίζεται σε απαντήσεις σχετικά με τον βαθμό δυσκολίας πρόβλεψης της μελλοντικής τους ανάπτυξης.
Όπως αποτυπώνεται στο Διάγραμμα 1, η ελληνική οικονομία βίωσε μια ακολουθία από διακριτές φάσεις υψηλής αβεβαιότητας, οι οποίες συνδέονται άμεσα με σημαντικά οικονομικά, χρηματοπιστωτικά, πολιτικά και γεωπολιτικά γεγονότα. Ταυτόχρονα, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 2, το μέγεθος της επιχείρησης σχετίζεται με την ένταση της αβεβαιότητας, καθώς οι πολύ μικρές επιχειρήσεις διακρίνεται να καταγράφουν συστηματικά υψηλότερα επίπεδα αβεβαιότητας συγκριτικά με τις μικρομεσαίες και τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Διάγραμμα 1: Νέοι δείκτες αβεβαιότητας και περίοδοι υψηλής αβεβαιότητας, 1998-2026 (Δείκτες με μακροχρόνιο μέσο όρο το 0)
Πηγή: Εκτιμήσεις ΙΟΒΕ.
Διάγραμμα 2: Αβεβαιότητα ανά μέγεθος επιχείρησης στην Ελλάδα, 2021-2023 (Δείκτης με εύρος από 1 -χαμηλή αβεβαιότητα, έως 4 – υψηλή αβεβαιότητα)

Πηγή: Εκτιμήσεις ΙΟΒΕ. Σημείωση: Η ταξινόμηση των επιχειρήσεων γίνεται βάσει του κύκλου εργασιών τους αξιοποιώντας τη βάση της ICAP Data Prisma και κριτήρια της ΕΕ.
enikonomia.gr









