Ανατροπή για χιλιάδες συνταξιούχους φέρνει απόφαση-σταθμός του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία επηρεάζει άμεσα περίπου 150.000 δικαιούχους. Το ΣτΕ, με την απόφαση 699/2026, έκρινε ότι σε περιπτώσεις χηρείας καταργείται η μία από τις δύο Εθνικές Συντάξεις (η οποία αγγίζει έως και τα 446,86 ευρώ). Η δικαστική αυτή εξέλιξη ήρθε μετά από προσφυγή Συλλόγου Εργαζομένων, με το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφαίνεται ότι πρέπει να ισχύσει και για τις συντάξεις χηρείας το άρθρο 7 παρ. 5 του νόμου Κατρούγκαλου (4387/2016) για κατάργηση της μίας εκ των δύο εθνικών συντάξεων σε χήρες-χήρους.

Το σκεπτικό της απόφασης

Σύμφωνα με την Απογευματινή, όπως αναφέρεται αναλυτικά στη σχετική απόφαση, η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται υπό την προϋπόθεση θεμελίωσης δικαιώματος σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Οι εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχοι, οι οποίοι έχουν θεμελιώσει δικαίωμα σε πλήρη σύνταξη και έχουν συμπληρώσει 40 έτη ασφάλισης, λαμβάνουν πλήρες το ποσό της εθνικής σύνταξης. Στις περιπτώσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε μειωμένη σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, το ποσό της εθνικής σύνταξης μειώνεται αναλόγως.

Το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι, σε περίπτωση σώρευσης μίας πλήρους και μίας μειωμένης κύριας σύνταξης, χορηγείται πλήρες το ποσό της εθνικής σύνταξης. Τέλος, σε περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου δύο μειωμένων κύριων συντάξεων, καταβάλλεται το ποσοστό της εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε καθεμία απ’ αυτές, εφόσον το άθροισμά τους είναι μικρότερο ή ίσο με το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης.

Για την πρώτη εφαρμογή του νόμου, το ποσό της εθνικής σύνταξης ορίζεται στα 384 ευρώ μηνιαίως και καταβάλλεται εις ολόκληρον, εφόσον έχουν συμπληρωθεί 20 έτη ασφάλισης. Το ως άνω ποσό δεν υπολείπεται του ορίου της φτώχειας, ήτοι του 60% του διάμεσου εισοδήματος. Επιπροσθέτως, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετώνεφόσον έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης.

Παρά τον κατ’ αρχήν καθολικό χαρακτήρα της Εθνικής Σύνταξης, κρίνεται σκόπιμο, σύμφωνα με το ΣτΕ, να υπάρχει μία μικρή διαφοροποίηση για τους ασφαλισμένους που έχουν συμπληρώσει λιγότερα από 20 έτη ασφάλισης και τουλάχιστον 15 έτη, ώστε να δοθούν κίνητρα παραμονής στην αγορά εργασίας, κάτι το οποίο θα συμβάλλει, ταυτόχρονα, στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Εξάλλου, εθνική σύνταξη

περιλαμβάνεται και στη σύνταξη λόγω θανάτου, ορίζεται δε αυτή ως ποσοστό επί της εθνικής σύνταξης που δικαιούται ή έχει δικαιωθεί ο θανών (όπως ισχύει αντιστοίχως και για την ανταποδοτική σύνταξη λόγω θανάτου), κατά τις ειδικότερες διακρίσεις του άρθρου 12 του ιδίου νόμου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του ιδίου ως άνω ν. 4387/2016, σε περίπτωση σώρευσης στο ίδιο πρόσωπο περισσότερων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, μία μόνο εθνική σύνταξη χορηγείται, υπό την έννοια ότι το άθροισμα των επιμέρους καταβαλλόμενων εθνικών συντάξεων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ανά συνταξιούχο το εκάστοτε προβλεπόμενο ανώτατο όριο μίας πλήρους εθνικής σύνταξης.

Εξάλλου, ούτε στην οικεία αιτιολογική έκθεση γίνεται σχετική διάκριση ή αναφορά σε τυχόν απόκλιση από τον κανόνα αυτόν, η οποία θα επέτρεπε ειδικώς στην περίπτωση σώρευσης σύνταξης λόγω θανάτου και εξ ιδίου δικαιώματος καταβολή των επιμέρους εθνικών συντάξεων, χωρίς τον επίμαχο περιορισμό αν ήθελε δε ο νομοθέτης να εισαγάγει σχετική εξαίρεση, θα έπρεπε να το ορίσει ρητά.

Η σύνταξη λόγω θανάτου αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα

Αντίθετη, όπως αναφέρει η Απογευματινή, ερμηνευτική εκδοχή δεν δύναται να συναχθεί από τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4387/2016. Τούτο, διότι οι εν λόγω διατάξεις αφορούν τον τρόπο υπολογισμού του ύψους της σύνταξης λόγω θανάτου ως ποσοστού της σύνταξης (εθνικής και ανταποδοτικής) που δικαιούται ή έχει δικαιωθεί ο θανών, όχι όμως και το διάφορο ζήτημα του ανωτάτου ορίου των εθνικών συντάξεων ανά συνταξιούχο σε περίπτωση σώρευσης περισσότερων συνταξιοδότικών δικαιωμάτων (λόγω θανάτου ή εξ ιδίου δικαιώματος), το οποίο (ζήτημα) διέπεται αποκλειστικώς από τις ως άνω ειδικές διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016. Άλλωστε, ο τιθέμενος με τις εν λόγω διατάξεις περιορισμός συνεπάγεται μείωση στο συνολικό ποσό (άθροισμα) των επιμέρους σωρευόμενων εθνικών συντάξεων (εφό- σον αυτό υπερβαίνει το όριο των 384 ευρώ) και όχι αποκλειστικά στο ποσό της εθνικής σύνταξης λόγω θανάτου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν τα αιτούντα σωματεία.

Σε κάθε περίπτωση, η σύνταξη λόγω θανάτου αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα (σε σχέση με εκείνο του θανόντος) και, ως εκ τούτου, ασκείται από τα δικαιούμενα πρόσωπα «ιδίω δικαίω», όπως και τα λοιπά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τάσσουν οι εκάστοτε εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις.

 


enikonomia.gr