Συχνά μιλάμε για την καινοτομία στην υγεία σαν κάτι αόριστο. Για την τεχνητή νοημοσύνη, την εξατομικευμένη ιατρική, τους βιοδείκτες, τα νέα δεδομένα που αλλάζουν την ογκολογική φροντίδα διεθνώς. Όμως υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να μετρήσουμε αν ένα σύστημα υγείας μπορεί πραγματικά να συμμετέχει σε αυτή τη νέα εποχή και αυτός είναι οι κλινικές μελέτες.
Η κλινική έρευνα δεν είναι μια παράλληλη δραστηριότητα του συστήματος υγείας. Είναι ο καθρέφτης της λειτουργικότητάς του. Δείχνει αν μια χώρα μπορεί να συνεργαστεί γρήγορα, να εμπιστευθεί την επιστήμη, να αξιοποιήσει δεδομένα, να συνδέσει νοσοκομεία, επαγγελματίες υγείας, ασθενείς και ερευνητικούς φορείς γύρω από έναν κοινό στόχο.
Στην Ελλάδα έχουν γίνει βήματα προόδου. Υπάρχει υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό, σημαντική εμπειρία και αυξανόμενο ενδιαφέρον. Όμως εξακολουθούμε να αντιμετωπίζουμε ένα διαχρονικό πρόβλημα: συχνά σχεδιάζουμε πιο γρήγορα απ’ όσο υλοποιούμε. Και στην εποχή της καινοτομίας, η ταχύτητα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση επιβίωσης.
Για τους ασθενείς, οι κλινικές μελέτες δεν σημαίνουν μόνο πρόσβαση σε νέες θεραπείες. Σημαίνουν πρόσβαση στη δυνατότητα να μη χρειάζεται η χώρα τους να περιμένει πάντα τελευταία τις εξελίξεις. Σημαίνουν συμμετοχή στο μέλλον της ιατρικής και όχι απλή παρακολούθησή του από απόσταση.
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για ένα σύγχρονο, ανθεκτικό και ανθρωποκεντρικό σύστημα υγείας, τότε η κλινική έρευνα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εθνική στρατηγική προτεραιότητα. Όχι μόνο για την οικονομία ή τις επενδύσεις, αλλά για την ίδια την ποιότητα και την αξιοπιστία της φροντίδας που προσφέρουμε στους ανθρώπους.
Πηγή









