Το θέμα των επενδυτικών προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, τέθηκε στο πρώτο πάνελ του 7ου Συνεδρίου του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, The World in Disruption, που πραγματοποιείται στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.
Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση, ο διευθύνων σύμβουλος του Euronext Athens, Γιάννος Κοντόπουλος, επεσήμανε ότι η Ελλάδα είναι μία από τις δύο αγορές στον κόσμο, που είχε για δύο συνεχόμενες χρονιές θετικό πρόσημο και ότι σήμερα υπάρχει προσφορά όσον αφορά τις δημόσιες εγγραφές. Από την άλλη πλευρά, σε ό,τι αφορά τους επενδυτές, φέτος έχουμε πάνω από 400 εκατομμύρια, ξεπερνώντας άλλες αγορές της Euronext. Ο κ. Κοντόπουλος πρόσθεσε ότι αυτό συσχετίζεται άμεσα και με την οικονομία. «Οι ίδιες οι εταιρείες εκτίθενται πλέον στους εξωτερικούς επενδυτές, καθώς έχουμε και επενδυτές οι οποίοι αρχίζουν να ψάχνουν επενδύσεις στην Ελλάδα σε ποσοτικούς δείκτες, η ΜSCI έχει ανακοινώσει ότι θα επαναξιολογήσει το χρηματιστήριο, δίνοντας το πρώτο σημάδι ότι μπορούν να υπάρξουν τα ενδιάμεσα κεφάλαια αρχικά, έχοντας συναλλαγές ημερησίως της τάξεως των 250 εκατ. ευρώ».
Ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, Δημήτρης Τσάκωνας, είπε πως βρισκόμαστε σε πολύ καλή κατάσταση, όσον αφορά τη διαχείριση του δημοσίου χρέους και τον όγκο του. «Στα τέλη της φετινής χρονιάς θα είμαστε στο 137%, κάτω από αυτό της Ιταλίας.
Το πλεόνασμα ξεπερνά τα ετήσια τοκοχρεωλύσια. ‘Αρα, το χρέος μας δεν θα μειωθεί μόνο ως λόγος προς το ΑΕΠ, αλλά και σε απόλυτους όρους, σε καθαρό επίπεδο. Το χαρτοφυλάκιο του χρέους μας έχει πολύ ευνοϊκά χαρακτηριστικά, πολύ μακρά ωρίμανση. Αυτό σημαίνει ότι για τα επόμενα χρόνια, ακόμα και με πολύ συντηρητικές υποθέσεις για το ΑΕΠ, το χρέος μας μέχρι τα τέλη της δεκαετίας θα είναι κοντά στο 114%, κάτω από τη Γαλλία, την Ιταλία και το Βέλγιο. Το 2033 ή 2034 ίσως να έχουμε φτάσει στο πρώτο σημείο βιωσιμότητας του χρέους».
Ο Yessen El Radhi από την DBRS τόνισε ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές στις δημοσιονομικές επιδόσεις και η ανάπτυξη του ΑΕΠ οδήγησαν στις αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας.
«Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες της ΕΕ με πρωτογενή πλεονάσματα και πολύ δυνατές επιδόσεις. Ήταν αποτέλεσμα μέτρων μετά τις κρίσεις στον δημόσιο τομέα, που οδήγησε στη μείωση του χρέους, ενώ στα έσοδα έχουμε προσπάθεια της κυβέρνησης για συλλογή φόρων, και φορολογική συμμόρφωση. Πιστεύω ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να λειτουργεί θετικά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όσον αφορά το χρέος (…) Θεωρώ ότι η κυβέρνηση πρέπει να επικεντρωθεί στο πώς θα τονώσει τις ιδιωτικές επενδύσεις, πώς θα βελτιώσει τις συνθήκες για τους επενδυτές. Η Ελλάδα έχει υψηλό επίπεδο αποταμιεύσεων, άρα θεωρώ ότι οι επενδύσεις πρέπει να προέλθουν από το εξωτερικό».
Η Laura Perez Martinez από την Moody’s είπε πως, αν έχουμε παράταση της κρίσης, θα είναι μεγάλη, αναμένουμε μείωση του ΑΕΠ κατά 0,5% και αύξηση του πληθωρισμού, πιο σφιχτές νομισματικές πολιτικές.
«Όσον αφορά την Ελλάδα, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η θετική πορεία της πρέπει να συνοδευτεί από την ανθεκτικότητα. Η σύγκρουση στην Μ. Ανατολή δεν θα επηρεάσει την ανάπτυξη, αλλά θα καθυστερήσει την αποπληρωμή του χρέους (…) Με την υλοποίηση του RRF φέτος, η ανάπτυξη θα αυξηθεί κατά 0,4 εκατοστιαίες μονάδες και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια».
Ο Jakob Suwalski της Scope, είπε πως «οι βασικές αλλαγές στην Ελλάδα έχουν να κάνουν με την αποκατάσταση της πρόσβασης στην κεφαλαιαγορά και την οικονομική σταθερότητα. ‘Αρα, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από την πλευρά της αγοράς. Η εστίαση πλέον δίνεται στην ανθεκτικότητα, στη διάρκεια των βελτιώσεων. Η ανάπτυξη είναι αξιοπρεπής, αλλά για μια χώρα που ανακάμπτει, θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερη. Υπάρχει συγκέντρωση δημοσίων επενδύσεων. Δεν άγεται από την παραγωγικότητα. Στο αισιόδοξο σενάριο, οι δημόσιες επενδύσεις θα δώσουν τη θέση τους στις ιδιωτικές επενδύσεις».
Ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Θεόδωρος Πελαγίδης, στην ομιλία του τόνισε πως η Ελλάδα δεν είναι σε ύφεση και δεν έχει έλλειμμα στον προϋπολογισμό, όπως έχει η Αμερική. Η ανάγκη για ξένες επενδύσεις και αύξηση της παραγωγικότητας θα βελτιώσει την κρίση του affordability. «Η οικονομία δεν είναι μονοκαλλιέργεια. Ο τουρισμός έχει παντού πόδια. Και στη βιομηχανία και στο λιανεμοπόριο, αρκεί να έχουμε τα χωροταξικά σχέδια βιομηχανίας και τουρισμού, ώστε να ξέρει ο καθένας πού πάει. Έχει σημασία να προχωρήσουμε στην αυτοπαραγωγή. Ένα μεγάλο θέμα είναι η έλλειψη προσόντων, το οποίο δεν έχουν ακουμπήσει οι θεσμοί. Έχουμε 26 πανεπιστήμια και θα έπρεπε να έχουμε 6. Επίσης, το δημογραφικό είναι μεγάλο πρόβλημα. Αυτό θα παίξει ρόλο στην ανάπτυξη. Η ΑΙ μπορεί να βοηθήσει και η οργανωμένη μετανάστευση το ίδιο».
Ο αναλυτής του Bruegel, Zsolt Darvas, είπε ότι «υπάρχουν διαρθρωτικά ζητήματα που προκαλούν τις παγκόσμιες ανισότητες. Θέλω να δώσω έμφαση στο ότι όσον αφορά την ΕΕ, για να γίνει ενεργός παίκτης και να μην υφίσταται τις συνέπειες όσων κάνουν οι άλλοι, ζήτημα κλειδί είναι να κινητοποιηθεί. Αν η Ευρώπη παθητικά επιτρέψει στην Κίνα να προχωρήσει όπως προχωράει με τις άδικες εμπορικές πρακτικές,τότε θα καταρρεύσει η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Αυτό έχει τον κίνδυνο να πάει σε πολιτικές προστατευτισμού. Είναι απαραίτητο να βρούμε την ισορροπία.
Γίνεται συζήτηση για το made in Europe και για το made with Europe. Το δεύτερο είναι η σωστή προσέγγιση. Καλύτερο είναι να αφήσουμε κάποιες βιομηχανίες -στις οποίες δεν έχουμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα- εκτός, ή να τις μεταφέρουμε».
K. Κόλλιας: Ζούμε σε μια εποχή διαρκούς διαταραχής
«Στη σημερινή εποχή βιώνουμε όχι μια πολυκρίση, όπως την ονομάζουν πολλοί, αλλά μια διαρκή διαταραχή».
Αυτό τόνισε ο πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Κωνσταντίνος Κόλλιας, κατά την εισαγωγική του ομιλία στο συνέδριο. Όπως είπε ο κ. Κόλλιας, «αυτό είναι που βιώνουμε: Όχι μεμονωμένες κρίσεις που ξεσπούν, εξελίσσονται και τελειώνουν, αλλά μια αλληλουχία κλονισμών, που ο ένας ακολουθεί τον άλλον πριν καλά-καλά προλάβουμε να ανασάνουμε. Η πανδημία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ενεργειακή κρίση, ο πληθωρισμός, τα τεκτονικά γεωπολιτικά μετατοπίσματα, οι εμπορικοί πόλεμοι, η κλιματική αλλαγή.
Ο κατάλογος είναι μακρύς και δεν δείχνει να συντομεύει. Κάθε φορά που φαίνεται ότι αποκτούμε σταθερό έδαφος κάτω από τα πόδια μας, κάτι νέο ανατρέπει τα δεδομένα. Αυτή η αστάθεια δεν είναι απλώς μια πρόκληση για τις κυβερνήσεις. Είναι εξαιρετικά δύσκολη πρόκληση για τις επιχειρήσεις που πρέπει να σχεδιάζουν, να επενδύουν, να προσλαμβάνουν, ενώ ο ορίζοντάς τους είναι θολός. Είναι πρόκληση για τις οικογένειες που βλέπουν το κόστος ζωής να ανεβαίνει και την αβεβαιότητα για το αύριο να μεγαλώνει».
Ο πρόεδρος του ΟΕΕ σημείωσε ότι κανείς δεν έχει τη μαγική συνταγή. Ούτε οι μεγάλοι διεθνείς οργανισμοί, ούτε τα κράτη, ούτε οι αγορές. «Αυτό που μπορούμε να κάνουμε — και αυτό ακριβώς επιχειρεί αυτό το συνέδριο — είναι να αναλύσουμε, να διαλεχθούμε, να εντοπίσουμε τάσεις και να επεξεργαστούμε πολιτικές πρωτοβουλίες, που μπορούν να κάνουν τη διαφορά».
Ο κ. Κόλλιας αναφέρθηκε και στον ρόλο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, ως θεσμοθετημένος σύμβουλος της κυβέρνησης για θέματα οικονομίας: «Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να είναι έργο αποκλειστικά των κυβερνήσεων. Χρειάζεται τη συμβολή της κοινωνίας των πολιτών, των επιστημονικών φορέων, της επιχειρηματικής κοινότητας.
Και το ΟΕΕ είναι αποφασισμένο να συνεχίσει να παίζει αυτόν τον ρόλο –με τόλμη, με ειλικρίνεια και πάνω από όλα χωρίς εξαρτήσεις».
Σε ό,τι αφορά την επιστροφή της ελληνικής οικονομίας σε καθεστώς επενδυτικής βαθμίδας, ο Πρόεδρος του ΟΕΕ είπε ότι, για να μετατρέψουμε αυτή την ευκαιρία σε πραγματικές, μακροχρόνιες επενδύσεις, που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα και θα στηρίξουν την ανάπτυξη, χρειαζόμαστε σταθερό κανονιστικό πλαίσιο, αξιόπιστη δημόσια διοίκηση και πραγματική απλοποίηση της γραφειοκρατίας. «Τα ξένα κεφάλαια ακολουθούν την εμπιστοσύνη».
Σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, είπε ότι το ΑΙ δεν θα κλέψει τις δουλειές μας, αν εμείς πρώτοι διαμορφώσουμε τους όρους της ένταξής του στην οικονομία.
Ο κ. Κόλλιας μίλησε και για το τραπεζικό σύστημα και τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας: «Μια υγιής οικονομία χρειάζεται ένα τραπεζικό σύστημα που να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει: Να χρηματοδοτεί παραγωγικές δραστηριότητες, να στηρίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, να διοχετεύει κεφάλαια σε επενδύσεις που δημιουργούν αξία».
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις γεωπολιτικές ευκαιρίες, είπε ότι η απεξάρτηση της Ευρώπης από ορισμένες αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργεί χώρο για νέες παραγωγικές δραστηριότητες εντός Ευρώπη και πως «η ελληνική βιομηχανία, η αγροδιατροφή, ο τουρισμός, η τεχνολογία — όλοι αυτοί οι κλάδοι μπορούν να επωφεληθούν αν έχουμε σαφή στρατηγική».
enikonomia.gr









