Η πιο γνωστή και κλασική μορφή τουρισμού μπύρας είναι η επίσκεψη σε ένα ζυθοποιείο, όπου το κύριο κίνητρο του επισκέπτη είναι, πέρα από την κατανάλωση μπίρας, η γνωριμία με τη ζυθοποιία και η ίδια η εμπειρία της επίσκεψης. Πρόκειται για μια μορφή τουρισμού που κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα, καθώς τα ζυθοποιεία αναπτύσσουν σταδιακά υπηρεσίες ξενάγησης, φιλοξενίας και γευσιγνωσίας, συνδέοντας την παραγωγή με την τουριστική εμπειρία, σύμφωνα με την ΕΡΤ.

Η Ευρώπη έχει αναπτύξει εδώ και χρόνια κουλτούρα ζυθοτουρισμού με αξιοθέατα στη Μεγάλη Βρετανία, σχεδόν σε όλες οι ζυθοποιίες της Τσεχικής Δημοκρατίας, οι οποίες διαθέτουν κέντρο επισκεπτών, αλλά και στη Γερμανία η οποία αναδεικνύει τις λεγόμενες ζυθοποιίες εκδηλώσεων ως ιδιαίτερα δημοφιλείς προορισμούς. Σε αυτό συμβάλλουν εργαλεία, όπως ο οδηγός μπύρας για Android, που κατευθύνει τους λάτρεις της μπύρας προς τα αξιοθέατα που επιλέγουν, με ταξινόμηση ανά όνομα, ζυθοποιείο, χώρα, τύπο, βαθμολογία και αξιολόγηση από άλλους χρήστες.

Σε τροχιά ανάκαμψης η ελληνική αγορά μπίρας

Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική αγορά μπίρας φαίνεται να έχει αφήσει πίσω της τη μακρά περίοδο συρρίκνωσης και να επιστρέφει σε τροχιά ανάκαμψης. Ωστόσο, η εικόνα που αποτυπώνει η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ είναι πιο σύνθετη από μια απλή στατιστική βελτίωση. Η ζυθοποιία δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως κλάδος κατανάλωσης, αλλά ως ευρύτερος οικονομικός πολλαπλασιαστής, με επιρροή στην παραγωγή, στο εμπόριο, στην εστίαση, στη φορολογία και στην απασχόληση. Ο ζυθοτουρισμός αναδεικνύεται σε ένα δυναμικό εργαλείο προώθησης, μέσα από ξεναγήσεις σε ζυθοποιεία, γευσιγνωσίες, πολιτιστικές εμπειρίες και τοπικά φεστιβάλ, ενισχύοντας την τοπική οικονομία και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της Ελλάδας ως προορισμού ποιοτικής μπίρας.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η άμεση και έμμεση προστιθέμενη αξία του κλάδου το 2024 έφτασε τα 576 εκατ. ευρώ, ενώ όταν συνυπολογίζεται η ευρύτερη εφοδιαστική αλυσίδα, μαζί με το λιανεμπόριο και τη HORECA, η συνολική συνεισφορά ανέρχεται σε 2,041 δισ. ευρώ, ποσό που μεταφράζεται σε 0,86% του ΑΕΠ της χώρας. Με άλλα λόγια, για κάθε 1 ευρώ άμεσης προστιθέμενης αξίας στη ζυθοποιία, δημιουργούνται επιπλέον 9,3 ευρώ στην οικονομία, μια αναλογία που αναδεικνύει τον κλάδο ως ιδιαίτερα διασυνδεδεμένο με άλλες δραστηριότητες.

Η παραγωγή μπίρας το 2024 ανήλθε σε 4,31 εκατ. εκατόλιτρα, επίπεδο που σηματοδοτεί επιστροφή κοντά στα προ κρίσης μεγέθη, μετά την έντονη υποχώρηση της δεκαετίας του 2010. Η εικόνα αυτή δεν είναι μόνο δείγμα ανάκαμψης της ζήτησης, αλλά και ένδειξη προσαρμογής των επιχειρήσεων σε ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, με μεγαλύτερη διαφοροποίηση προϊόντων και ενίσχυση της παρουσίας μικρότερων παραγωγών. Ο κύκλος εργασιών του κλάδου εκτιμάται στα 626 εκατ. ευρώ το 2024, το υψηλότερο ονομαστικό επίπεδο της περιόδου 2000-2024, ενώ η μείωση της κατανάλωσης το 2025 κατά περίπου 5% δείχνει ότι η αγορά παραμένει ευάλωτη στις πιέσεις του διαθέσιμου εισοδήματος.

Παντελής Κουγιός: Η ελληνική μπίρα είναι μέρος της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας

«Ως Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Ζυθοποιών, στόχος μας είναι να ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο τη δυναμική της ελληνικής ζυθοποιίας και να αναδείξουμε τη σύγχρονη ταυτότητα της ελληνικής μπίρας. Ο κλάδος μας εξελίσσεται διαρκώς, με επενδύσεις, καινοτομία και αυξανόμενη παρουσία τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά. Εργαζόμαστε με συνέπεια για ένα βιώσιμο και υγιές περιβάλλον ανάπτυξης, στηρίζοντας την παραγωγή, την απασχόληση και την υπεύθυνη κατανάλωση. Η ελληνική μπίρα δεν είναι απλώς ένα προϊόν, είναι μέρος της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας, και το μέλλον της διαμορφώνεται τώρα», δήλωσε στο ertnews.gr ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Ζυθοποιών, Παντελής Κουγιός.

Η ζυθοποιία στηρίζει σήμερα περίπου 73.000 θέσεις εργασίας στο σύνολο της οικονομίας, με το βάρος να πέφτει κυρίως στην εστίαση και τη φιλοξενία. Η μελέτη επισημαίνει ότι για κάθε άμεση θέση εργασίας στη ζυθοποιία, υποστηρίζονται ακόμη 39 θέσεις σε άλλους κλάδους, στοιχείο που εξηγεί γιατί η πορεία της μπίρας έχει πολλαπλές επιπτώσεις πέρα από τη βιομηχανική παραγωγή. Σε επίπεδο του ίδιου του κλάδου, η άμεση απασχόληση πλησίασε τα 1.800 άτομα το 2024, ενώ η ανοδική πορεία της παραγωγής μετά το 2020 συνέβαλε στη σταθεροποίηση και ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού.

Ανάκαμψη, ανταγωνισμός και νέα δεδομένα για την ελληνική ζυθοποιία

Ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα της μελέτης αφορά τα δημόσια έσοδα. Η ζυθοποιία δημιούργησε το 2024 άμεσα και έμμεσα φορολογικά έσοδα 427 εκατ. ευρώ, από τα οποία 203 εκατ. ευρώ προήλθαν μόνο από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στη μπίρα. Αν προστεθούν τα έσοδα ΦΠΑ από τις πωλήσεις προς τους τελικούς καταναλωτές, τα συνολικά φορολογικά έσοδα της ευρύτερης αλυσίδας φτάνουν τα 1,53 δισ. ευρώ.

Η εικόνα της αγοράς έχει αλλάξει αισθητά σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Το μερίδιο της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας υποχώρησε στο 54% το 2024 από 80% το 2000, ενώ η Ολυμπιακή Ζυθοποιία ενισχύθηκε σε 27%, μετά τη συγχώνευσή της με τη Ζυθοποιία Μύθος. Παράλληλα, εταιρείες όπως η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης και η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης κατέγραψαν άνοδο μεριδίων, ενισχύοντας τον βαθμό ανταγωνισμού. Η μείωση του δείκτη συγκέντρωσης HHI κατά 43% από το 2000 έως το 2024 αποτυπώνει μια λιγότερο συγκεντρωμένη αγορά, όπου η ισχύς μοιράζεται πλέον πιο ισορροπημένα.

Την ίδια στιγμή, αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός των εμπορικών σημάτων και ενισχύθηκαν οι μπίρες ελληνικής επωνυμίας, οι μικροζυθοποιίες και οι μη αλκοολούχες επιλογές, ενώ οι ιδιωτικές ετικέτες εμφανίζουν υποχώρηση μετά την άνοδο που είχαν σημειώσει ως το 2013. Μία από τις σημαντικότερες μεταβολές που επισημαίνει η μελέτη αφορά τη μετατόπιση της κατανάλωσης προς τη λιανική αγορά, καθώς οι πωλήσεις εκτός σπιτιού, δηλαδή στην εστίαση και στη φιλοξενία, εμφανίζουν τάση υποχώρησης παρά την άνοδο του τουρισμού, ενώ οι λιανικές πωλήσεις ενισχύονται.

Η εξέλιξη αυτή έχει σαφείς επιχειρηματικές συνέπειες, αφού οι εταιρείες καλούνται να επενδύσουν περισσότερο στη διανομή, στο branding και στην ποικιλία των προϊόντων, ενώ η αυξανόμενη σημασία του λιανεμπορίου ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ των αλυσίδων και πιέζει τα περιθώρια κέρδους. Δεν είναι τυχαίο ότι το καθαρό περιθώριο κέρδους του κλάδου διαμορφώθηκε στο 10,5% το 2024, χαμηλότερα από τα ιστορικά επίπεδα του 14%-15%.

Το ΙΟΒΕ περιγράφει έναν κλάδο που κινείται ανάμεσα σε αντικρουόμενες τάσεις, από τη μια, ανάκαμψη παραγωγής, μεγαλύτερη διαφοροποίηση και ισχυρότερη παρουσία μικρότερων παικτών, και από την άλλη, στασιμότητα της ζήτησης, φορολογική επιβάρυνση, αύξηση του κόστους και πίεση από το λιανεμπόριο και την εστίαση. Η εικόνα επιβαρύνεται και από την υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό, καθώς οι μεταβολές στην κατανάλωση επιτόπιας κατανάλωσης επηρεάζουν άμεσα τα μεγέθη του κλάδου. Την ίδια ώρα, οι προοπτικές δεν είναι αρνητικές, αφού η ανάπτυξη των μικροζυθοποιιών, η στροφή σε ποιοτικά και διαφοροποιημένα προϊόντα, η άνοδος της μπίρας χωρίς αλκοόλ και η ενίσχυση της καινοτομίας δημιουργούν χώρο για νέες επιχειρηματικές στρατηγικές.

Η ζυθοποιία στην Ελλάδα δεν είναι ένας περιφερειακός κλάδος κατανάλωσης, αλλά ένας σημαντικός οικονομικός κρίκος με αποτύπωμα στην παραγωγή, στην εργασία και στα δημόσια έσοδα. Το μέλλον της μπίρας δεν θα κριθεί μόνο από τον όγκο κατανάλωσης, αλλά από το ποιος θα προσαρμοστεί πιο γρήγορα στις αλλαγές του καναλιού, του προϊόντος και του κόστους.


enikonomia.gr