To «Ελληνικό Δημόσιο άσκησε πλημμελώς την εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης, στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί», αναφέρει το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, καταλογίζοντας ευθύνη του Υπουργείου Μεταφορών και Υποδομών στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.
Το διοικητικό δικαστήριο δημοσίευσε την υπ’ αριθμόν Α2847/2026 απόφαση, με την οποία αναγνωρίζεται αποζημίωση 400 χιλιάδων ευρώ σε συγγενείς δύο θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών.
Στο σκεπτικό τους οι δικαστές αναγνωρίζουν κυρίαρχη ευθύνη του ελληνικού δημοσίου για το επελθόν τραγικό αποτέλεσμα, κάνοντας λόγο για «παρανομία» που συνίσταται στην «επί μακρόν γνώση για τις δυσλειτουργίες στα υφιστάμενα συστήματα ασφαλείας».
«Το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι το Ελληνικό Δημόσιο δια του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί.
Ειδικότερα, η παρανομία αυτή, ενόψει της ήδη επί μακρόν γνώσης του εναγόμενου για τις δυσλειτουργίες που παρατηρούνταν στα ήδη υφιστάμενα κατά τον χρόνο εκείνο του δυστυχήματος συστήματα ασφαλείας, για την έλλειψη σύγχρονων λειτουργικών- ικανών να αποτρέψουν δυστύχημα οφειλόμενο σε ανθρώπινο λάθος– συστημάτων ασφάλειας και, ταυτόχρονα, για την ελλιπή άσκηση εποπτείας από την ΡΑΣ σε θέματα ασφαλείας, ήταν ικανή να επιφέρει, και επέφερε, τελικώς, λόγω του επί συμβάντος σιδηροδρομικού δυστυχήματος, το ζημιογόνο γεγονός (θάνατος συγγενών των εναγόντων)», αναφέρεται στην πρώτη δικαστική απόφαση διοικητικού δικαστηρίου της χώρας για αγωγή συγγενών θυμάτων της εθνικής τραγωδίας.
Κατά τους δικαστές που έκριναν την αγωγή των συγγενών θυμάτων του δυστυχήματος, το αρμόδιο Υπουργείο για τη λειτουργία του ελληνικού σιδηροδρόμου, αγνόησε τις διαδοχικές προειδοποιήσεις εργαζομένων και συνδικαλιστών του σιδηροδρόμου για τα μεγάλα και σοβαρά προβλήματα στο δίκτυο, δεν έλαβε υπόψη τα ευρήματα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για ελλιπή εποπτεία από τη ΡΑΣ, αλλά τελικά δεν γνώριζε ως όφειλε αν υπάρχουν τα κατάλληλα συστήματα ασφαλείας που θα απέτρεπαν το δυστύχημα.
«Επειδή φορείς του σιδηροδρομικού τομέα, όπως η Πανελλήνια Ένωση Προσωπικού Έλξης και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικών (ΠΟΣ), με επιστολές, δελτία τύπου και εξώδικα απευθυνόμενα στον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών τόνιζαν από ετών τις ελλείψεις σε θέματα σιδηροδρομικής ασφαλείας, τους επαπειλούμενους κινδύνους και ζητούσαν να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα που θα διασφάλιζαν την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων και των μετακινουμένων.
Παράλληλα, τα ευρήματα του ελέγχου παρακολούθησης της Εθνικής Αρχής Ασφάλειας του 2019 από τον ERA σχετικά με την έλλειψη επαρκούς εποπτείας από τη ΡΑΣ απεστάλησαν στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Πέραν δε της πληροφόρησής του για την ελλιπή άσκηση εκ μέρους της ΡΑΣ εποπτικής αρμοδιότητας, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δια του αρμόδιου Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, και ανεξαρτήτως της ειδικότερης πληροφόρησής του από φορείς του σιδηροδρομικού φορέα ως άνω, όφειλε, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζει την μη ύπαρξη, κατά τα ανωτέρω, λειτουργικών συστημάτων ασφαλείας στο σιδηρόδρομο», αναφέρεται στην απόφαση- χαστούκι για την ευθύνη του δημοσίου στην υπόθεση της σιδηροδρομικής τραγωδίας.
Οι διοικητικοί δικαστές, αξιολογώντας τα επιμέρους στοιχεία, όπως εκτέθηκαν στην αγωγή της οικογένειας, συναξιολογώντας τα όσα αναφέρονται στο πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ, καταλήγουν στην κρίση ότι το Υπουργείο Μεταφορών «αδράνησε να ασκήσει εποπτεία», δεν «εγγυήθηκε την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών» και δεν έλαβε τα «κατάλληλα μέτρα για την καλή λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας».
«Το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο αδράνησε, παραλείποντας να ασκήσει την εποπτική του αρμοδιότητα και στο πλαίσιο αυτής τον εγγυητικό του ρόλο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών, ήτοι μεριμνώντας, εντός του απολύτως αναγκαίου χρόνου, για την λήψη των κατάλληλων μέτρων για την επίκαιρη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας στον σιδηρόδρομο, εποπτική αρμοδιότητα που πάντως ασκείται και αφορά και σε δημόσια επιχείρηση που παρέχει ζωτικής- κοινής ωφέλειας- υπηρεσίες, τελούσα διαρκώς υπό την εξάρτηση, την εποπτεία και τη νομική εγγύηση του κράτους, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο».
Με την απόφαση που είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει «πιλότο» για τις επόμενες αντίστοιχες, οι οποίες εκκρεμούν, το Ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να καταβάλλει σε ένα μέλος της οικογένειας που θρηνεί δύο απώλειες, 180.000 ευρώ και σε καθέναν από τους υπόλοιπους τρεις από 60.000 ευρώ, εντόκως. Σύμφωνα με δήλωση του Υπουργού Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη το δημόσιο θα παραιτηθεί από την έφεση κατά της απόφασης, όπως έχει νομοθετηθεί για αντίστοιχες αγωγές συγγενών θυμάτων για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι και τις πλημμύρες της Μάνδρας.
Πηγή









