Η αεροπορική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο εισέρχεται σε μια νέα φάση, στην οποία το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο ποιος διαθέτει περισσότερα μαχητικά αεροσκάφη, αλλά ποιος καταφέρνει να υλοποιεί με συνέπεια ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αεροπορικής ισχύος και σε αυτό ακριβώς το πεδίο η Πολεμική Αεροπορία δείχνει να αποκτά σαφές προβάδισμα απέναντι στην Τουρκία.

Την ώρα που η Πολεμική Αεροπορία προχωρά με σταθερά βήματα στην οικοδόμηση του αεροπορικού συνδυασμού μαχητικών της επόμενης δεκαετίας, με Rafale, F-16 Viper και F-35 να συνθέτουν τον πυρήνα της ισχύος της, η Τουρκία εξακολουθεί να κινείται σε ένα πιο σύνθετο και αβέβαιο περιβάλλον.

Το Λονδίνο ναι μεν άνοιξε τον δρόμο για τα πρώτα 20 Eurofighter Typhoon, όμως ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η νέα κατάσταση ασφαλείας στον Κόλπο θολώνουν πλέον το σενάριο για επιπλέον αεροσκάφη από Ομάν και Κατάρ.

Αντίθετα μεγάλη εικόνα για την ελληνική πλευρά είναι καθαρή καθώς σχεδιασμός της Πολεμικής Αεροπορίας δεν μένει πια στο επίπεδο της εξαγγελίας.

Εισέρχεται σταθερά στο στάδιο της υλοποίησης, με διαδοχικά βήματα που αφορούν τόσο τις υποδομές όσο και τα ίδια τα αεροσκάφη αλλά και τον οπλισμό τους.

Την περασμένη εβδομάδα δόθηκε το «πράσινο φως» από το ΚΥΣΕΑ τόσο για τις νέες υποδομές που απαιτούνται για την ένταξη των F-35 όσο και για την αναβάθμιση των F-16 Block 50 σε διαμόρφωση Viper.

Μετά και τις αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ, η Πολεμική Αεροπορία αναμένεται να φτάσει στα 120 F-16 Viper και  μαζί με τα Rafale και τα F-35 θα διαθέτει μία από τις ισχυρότερες αεροπορικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Πρόκειται για την αποτύπωση ενός πλάνου που πλέον έχει μπει σε τροχιά εκτέλεσης.

Το ελληνικό σχέδιο δεν είναι αποσπασματικό

Αυτό που κάνει τη διαφορά για την Ελλάδα είναι ότι το αεροπορικό της πρόγραμμα δεν στηρίζεται σε μία και μόνη απόφαση. Δεν αποτελεί μια μεμονωμένη αγορά ούτε ένα πρόγραμμα – «γέφυρα», αλλά μια πολυεπίπεδη αναδιάταξη της Πολεμικής Αεροπορίας με ορίζοντα το 2030 και μετά.

Τα 24 Rafale έχουν ήδη ολοκληρώσει την ένταξή τους, καθώς το τελευταίο αεροσκάφος παραδόθηκε στην Τανάγρα τον Ιανουάριο του 2025, κλείνοντας έναν κύκλο ταχείας απόκτησης που έδωσε στην Ελλάδα έναν υπερσύγχρονο στόλο 4,5 γενιάς με όπλα και αισθητήρες κορυφαίου επιπέδου.

Παράλληλα, το πρόγραμμα των F-16 Viper προχωρά, με τη χώρα να έχει ήδη αναβαθμίσει σημαντικό αριθμό αεροσκαφών και να οδεύει πλέον, με τα Block 50, σε μια αεροπορία που θα βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε κοινή διαμόρφωση, κοινά υποσυστήματα και αυξημένη δικτυοκεντρική συμβατότητα.

Ελληνικό F-16Ελληνικό F-16 / Φωτογραφία ΓΕΑ

Η σημασία αυτής της ομογενοποίησης είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο φαίνεται με μια πρώτη ματιά. Σε επιχειρησιακό επίπεδο σημαίνει ότι η Πολεμική Αεροπορία θα μπορεί να διαχειρίζεται ευκολότερα την εκπαίδευση, τη συντήρηση, τα αποθέματα ανταλλακτικών και την υποστήριξη όπλων και αισθητήρων.

Σε τακτικό επίπεδο μεταφράζεται στο ότι ένα μεγάλο μέρος του στόλου θα μιλά την ίδια «γλώσσα» δεδομένων και αποστολής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη διασύνδεση με τα Rafale και αργότερα με τα F-35. Και σε στρατηγικό επίπεδο σημαίνει ότι η Ελλάδα αποκτά κρίσιμη μάζα σύγχρονων μαχητικών, ικανή όχι μόνο να καλύψει τις ανάγκες αεράμυνας και αποτροπής, αλλά και να υποστηρίξει επιχειρήσεις υψηλής έντασης σε πολλαπλά θέατρα.

Τα F-35 αλλάζουν την εξίσωση

Το τρίτο και ίσως πιο καθοριστικό βήμα είναι το πρόγραμμα των F-35. Η απόκτηση 20 αεροσκαφών, με option για ακόμη 20, είχε οριστικοποιηθεί από το καλοκαίρι του 2024 με την υπογραφή της LOA, ενώ ο προγραμματισμός που έχει γνωστοποιηθεί προβλέπει ότι οι πρώτες παραδόσεις θα αρχίσουν το 2028, με τα πρώτα ελληνικά αεροσκάφη να παραμένουν αρχικά στις ΗΠΑ για εκπαιδευτικούς λόγους.

Η έγκριση τώρα των έργων υποδομής δείχνει ότι η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει το F-35 ως μελλοντική θεωρητική προοπτική, αλλά ως πρόγραμμα σε πλήρη εξέλιξη. Υπόστεγα, εγκαταστάσεις υποστήριξης, συστήματα ασφαλείας, ειδικές υποδομές συντήρησης και όλα τα συνοδευτικά έργα που απαιτεί ένα μαχητικό 5ης γενιάς αρχίζουν να παίρνουν θέση στο ελληνικό αεροπορικό οικοδόμημα.

Το F-35 δεν προσθέτει μόνο έναν ακόμη τύπο στον ελληνικό στόλο. Αλλάζει συνολικά τη φιλοσοφία αεροπορικών επιχειρήσεων. Η χαμηλή παρατηρησιμότητα, η δυνατότητα συλλογής και σύνθεσης τεράστιου όγκου δεδομένων από το πεδίο μάχης, η διανομή αυτής της εικόνας σε άλλες πλατφόρμες και η ικανότητα διείσδυσης σε περιβάλλον με αυξημένες απειλές μετατρέπουν το αεροσκάφος σε κόμβο μάχης και όχι απλώς σε μαχητικό.

Όταν αυτό συνδυαστεί με τα Viper, τα οποία διαθέτουν προηγμένα ραντάρ και Link 16, και με τα Rafale που έχουν ήδη ενσωματώσει όπλα στρατηγικού χαρακτήρα και ισχυρά συστήματα αυτοπροστασίας, τότε διαμορφώνεται ένα πλέγμα ισχύος με πολύ μεγαλύτερο βάθος από το απλό άθροισμα των μονάδων του.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ελληνική αεροπορική υπεροχή έως το τέλος της δεκαετίας δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος έχει περισσότερα αεροσκάφη, αλλά από το ποιος διαθέτει καλύτερα συνδεδεμένο και πιο ώριμο επιχειρησιακό οικοσύστημα. Και εδώ η ελληνική πλευρά φαίνεται να προχωρά με πολύ πιο καθαρό βηματισμό.

Stealth μαχητικό αεροσκάφος τύπου F-35Stealth μαχητικό αεροσκάφος τύπου F-35Stealth μαχητικό αεροσκάφος τύπου F-35 / Φωτογραφία ΓΕΑ

Τα Block 50 κλείνουν το κενό και πολλαπλασιάζουν τη δύναμη

Η αναβάθμιση των 38 F-16 Block 50 σε Viper αποτελεί ένα από τα πλέον κομβικά προγράμματα για την HAF. Όχι μόνο επειδή αυξάνει αριθμητικά τον πυρήνα των σύγχρονων μαχητικών, αλλά γιατί ενισχύει την ανθεκτικότητα του συνολικού σχεδίου. Χωρίς τα Block 50, η Πολεμική Αεροπορία  θα διέθετε μεν Rafale και F-35 στο ανώτερο ποιοτικό επίπεδο και τα 82 Viper στον κύριο κορμό, αλλά θα συνέχιζε να διατηρεί ένα τμήμα του στόλου σε παλαιότερη διαμόρφωση.

Με την έγκριση του προγράμματος, αυτό το κενό κλείνει. Το αποτέλεσμα θα είναι ένας στόλος με τεράστια μάζα σύγχρονων F-16. Και αυτός ήταν ο λόγος που το Αεροπορικό Επιτελείο με πρώτο τον Αρχηγό ΓΕΑ Αντιπτέραρχο Γρηγοριάδη έθεσε ως προτεραιότητα το πρόγραμμα αναβάθμισης των Block 50.

Για την Πολεμική Αεροπορία, η σημασία είναι διπλή. Αρχικά ενισχύεται η διαθεσιμότητα ενός τύπου δοκιμασμένου, αξιόπιστου και πλήρως ενταγμένου στη δομή της. Επιπλέον, βελτιώνεται η συνεργασία με τα υπόλοιπα σύγχρονα μέσα. Η διασύνδεση με Rafale και F-35, η δυνατότητα ένταξης σε πιο σύνθετα επιχειρησιακά σενάρια και η απλοποίηση της τεχνικής και λογιστικής υποστήριξης δημιουργούν ένα σαφώς πιο αποδοτικό μοντέλο δύναμης. Η αποτίμηση με πιο απλά λόγια είναι ότι η Ελλάδα δεν θα έχει μόνο τα πλέον σύγχρονα μαχητικά που διαθέτει στο οπλοστάσιο της η δύση, αλλά και τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιεί σε συνεκτική επιχειρησιακή λογική.

Η Τουρκία παίρνει ανάσα, αλλά όχι επιχειρησιακή εκτίναξη

Απέναντι σε αυτό το ελληνικό πλέγμα, η Τουρκία προσπαθεί να ανακτήσει χρόνο και να γεφυρώσει τα κενά που άφησε η αποβολή της από το πρόγραμμα F-35. Η συμφωνία με τη Βρετανία για 20 Eurofighter είναι αναμφίβολα σημαντική. Λονδίνο και Άγκυρα υπέγραψαν νέα συμφωνία εκπαίδευσης και υποστήριξης, που έρχεται να χτίσει πάνω στο προηγούμενο μεγάλο πακέτο για τα Typhoon.

Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει εκπαίδευση Τούρκων πιλότων και τεχνικών στο Ηνωμένο Βασίλειο και αποτελεί ουσιαστικά το επόμενο βήμα ένταξης του αεροσκάφους στην τουρκική αεροπορία.

Πρόκειται σαφώς για εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Το Eurofighter είναι ένα εξαιρετικά ικανό μαχητικό, ειδικά σε ρόλους αεροπορικής υπεροχής, και η εισαγωγή του θα δώσει στην Τουρκία μια νέα ποιοτική συνιστώσα. Όμως, η εικόνα δεν σταματά καθώς για την Άγκυρα το ζητούμενο δεν ήταν μόνο να πάρει 20 νέα αεροσκάφη από τη Βρετανία σε βάθος χρόνου, αλλά να ενισχυθεί γρηγορότερα μέσω επιπλέον μεταχειρισμένων Eurofighter από Ομάν και Κατάρ. Και αυτό ακριβώς είναι το σκέλος που πλέον γίνεται αβέβαιο.

Το σενάριο Κατάρ και Ομάν μπαίνει σε ομίχλη

Οι πληροφορίες ανέφεραν ότι η Τουρκία βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για να αποκτήσει συνολικά 56 αντί για 44 μαχητικά αεροσκάφη, 20 από το Ηνωμένο Βασίλειο, 12 από το Ομάν και 24 από το Κατάρ.

Το σενάριο αυτό θεωρούνταν ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή θα της επέτρεπε να καλύψει πιο γρήγορα τις ανάγκες της, πριν από την άφιξη νέων αεροσκαφών και πολύ πριν αποκτήσει ώριμη εγχώρια λύση με το KAAN. 

Με άλλα λόγια, τα αεροσκάφη του Κόλπου δεν ήταν μια συμπληρωματική λεπτομέρεια, αλλά ένας κρίσιμος πυλώνας του τουρκικού σχεδιασμού για άμεση ενίσχυση.

Σήμερα όμως οι συνθήκες έχουν αλλάξει ουσιαστικά. Η περιφερειακή αστάθεια έχει ανέβει κατακόρυφα. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η αυξανόμενη απειλή από πυραύλους και drones και η γενικευμένη στρατιωτική επιφυλακή στην περιοχή αλλάζουν τις προτεραιότητες των αραβικών κρατών.

Η Βρετανία έχει ήδη στείλει επιπλέον Typhoon στο Κατάρ, ακριβώς λόγω της τεταμένης κατάστασης ασφαλείας. Όταν κράτη, όπως το Κατάρ και το Ομάν, καλούνται να επανεκτιμήσουν την ίδια τους την αεροπορική επάρκεια σε ένα πολύ πιο επικίνδυνο περιβάλλον, γίνεται προφανές ότι η πιθανότητα να αποδεσμεύσουν χωρίς δεύτερη σκέψη επιχειρησιακά χρήσιμα αεροσκάφη προς τρίτους μειώνεται.

Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημη ανακοίνωση που να λέει ότι ο σχεδιασμός της Τουρκίας ακυρώθηκε. Υπάρχει όμως μια σαφής μεταβολή του στρατηγικού περιβάλλοντος, η οποία καθιστά την υλοποίησή του πολύ πιο δύσκολη και λιγότερο αυτονόητη σε σχέση με πριν.

Και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι που ευνοεί την ελληνική πλευρά. Η Αθήνα προχωρά σε υλοποιημένες αποφάσεις ενώ η Άγκυρα εξακολουθεί να χρειάζεται επιπλέον συμφωνίες, επιπλέον εγκρίσεις και, κυρίως, τη βούληση τρίτων κρατών που πλέον ζουν υπό τη σκιά του πολέμου.

Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Αθήνας

Ακόμη και αν η Τουρκία τελικά πάρει τα 20 βρετανικά Eurofighter χωρίς εμπόδια, το βασικό ερώτημα παραμένει ο χρόνος. Τα βρετανικά αεροσκάφη δεν λύνουν άμεσα το ζήτημα. Πρόκειται για πρόγραμμα που εκτείνεται σε βάθος ετών.

Αντίθετα, η Ελλάδα έως το 2030 θα έχει ήδη ολοκληρώσει την ένταξη των 24 Rafale, θα έχει χτίσει έναν τεράστιο πυρήνα Viper και θα έχει αρχίσει να εισάγει τα πρώτα F-35.

Συνεπώς, η κρίσιμη περίοδος της επόμενης τετραετίας έως πενταετίας φαίνεται να ευνοεί καθαρά την Πολεμική Αεροπορία. Την ίδια ώρα, η ρευστή κατάσταση στη Μέση Ανατολή δείχνει να εξαυλώνει την κίνηση της Άγκυρας να κερδίσει χρόνο αποκτώντας μεταχειρισμένα Eurofighter.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία θα πάψει να αποτελεί σοβαρό αντίπαλο. Παραμένει μια μεγάλη αεροπορική δύναμη, με σημαντική εμπειρία, αριθμητικό βάθος και σαφή πολιτική βούληση να αποκαταστήσει τις δυνατότητές της. Ωστόσο η πρόθεση απέχει από την ομαλή υλοποίηση. Η ελληνική πλευρά έχει σήμερα το πλεονέκτημα της συνέπειας, της θεσμικής ωρίμανσης και της καθαρής αλληλουχίας κινήσεων.

Η αεροπορική κυριαρχία δεν είναι σύνθημα, είναι αρχιτεκτονική

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του ελληνικού πλεονεκτήματος. Η αεροπορική κυριαρχία δεν προκύπτει μόνο από την αγορά λίγων πολύ προηγμένων αεροσκαφών αλλά χτίζεται ως αρχιτεκτονική. Απαιτεί πυρήνα μαζικής ισχύος, αιχμή τεχνολογικής υπεροχής, υποδομές, εκπαίδευση, διαλειτουργικότητα και σταθερότητα στον σχεδιασμό. Η Πολεμική Αεροπορία φαίνεται να αποκτά όλα αυτά τα στοιχεία ταυτόχρονα.

Τα Rafale προσφέρουν την άμεση ποιοτική υπεροχή. Τα Viper προσφέρουν τη μεγάλη επιχειρησιακή μάζα. Τα F-35 θα προσφέρουν το πλεονέκτημα 5ης γενιάς. Και η συνολική δομή θα υποστηρίζεται από ολοένα πιο σύγχρονα δίκτυα, όπλα, αισθητήρες και υποδομές.

Αντίθετα, η Τουρκία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ένα μεταβατικό πλαίσιο. Προσπαθεί να ενισχυθεί εξωτερικά μέχρι να ωριμάσουν οι εγχώριες λύσεις της. Αναζητεί Eurofighter ως ενδιάμεση αλλά και ουσιαστική απάντηση.

Όμως ο πόλεμος ήρθε να υπενθυμίσει ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα δεν κινούνται σε συνθήκες εργαστηρίου. Επηρεάζονται από γεωπολιτική, από ανάγκες τρίτων χωρών και από απειλές που μεταβάλλονται καθημερινά.

Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η Πολεμική Αεροπορία βαδίζει με σταθερότητα προς ένα σχήμα που έως το 2030 θα της δίνει καθαρό ποιοτικό πλεονέκτημα: Rafale, Viper και F-35 σε έναν ενιαίο επιχειρησιακό κορμό.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία βλέπει μεν ένα παράθυρο να ανοίγει με τη Βρετανία για τα πρώτα 20 Eurofighter, αλλά το ευρύτερο σχέδιο ταχείας ενίσχυσης μέσω Ομάν και Κατάρ να συναντά πλέον νέες δυσκολίες λόγω του πολέμου.

Και σε τέτοιες περιόδους, το προβάδισμα ανήκει σε εκείνον  που δεν εξαρτά την επόμενη μέρα του από τη ρευστότητα των άλλων, αλλά έχει ήδη φροντίσει να τη σχεδιάσει μόνος του και στην παρούσα συγκυρία, αυτός είναι η Ελλάδα.

Πηγή: OnAlert.gr – Ρεπορτάζ: Κώστας Σαρικάς


Πηγή