Μία από τις πιο σημαντικές στιγμές του Αγώνα για Παλιγγενεσία, μια ανάγκη που πέρα από τoν λυτρωμό των εδαφών της Ελλάδας που πάντα ξεπηδούσε απαιτητικά μέσα στην πολυκύμαντη και διαρκώς ανατρεπόμενη πορεία των γεγονότων και καθόρισε και τον τελικό χαρακτήρα του αναδυόμενου ελεύθερου κράτους, υπήρξε κι η αναζήτηση της επίσημης γλώσσας του.

Γιατί όσο κι εάν το ξεκίνημα του Αγώνα συγκέρασε διαφορετικές οντότητες, ιδιοσυγκρασίες και φυσιογνωμίες, μέσα στην παραζάλη της επανάστασης, ο αυθορμητισμός της δεν ανέστειλε τις θεωρητικές αποκλίσεις για τη γλώσσα, την κατεύθυνση στην Παιδεία και την πνευματική πορεία που μέλλει να καλλιεργήσει το, μελλοντικά, ελεύθερο έθνος. Η γλωσσική διαμάχη που είχε ξεκινήσει προεπαναστατικά με το ξύπνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού πάντοτε φώλιαζε κι έπαιρνε κι εκείνη ιδεολογικές διαστάσεις εν μέσω των πολιτικών διαφορών, που οι αναπόφευκτες φατρίες παρόξυναν ακόμη και στη διάρκεια του Αγώνα.

Μέσα στην επανάσταση συναντήθηκαν και συμπορεύθηκαν για πρώτη φορά πρόσωπα και τάξεις, που λόγω της τάξης τους, του επαγγέλματος, της νοοτροπίας, της γεωγραφικής και κοινωνικής τους διαφοράς κι απόστασης, ήσαν ολότελα διαφορετικά. Στεριανοί έμποροι, νησιώτες ναυτικοί, ευέλικτοι Φαναριώτες, σκληροτράχηλοι κλέφτες, λόγιοι κι ιερατείο που οχυρώνονταν ανάμεσα στη συντήρηση και τα προοδευτικά ιδανικά της Ευρώπης, αγράμματοι κάτοικοι και μορφωμένοι αστοί, εναρμονίσθηκαν σε έναν συγχρωτισμό που πλέον δεν είναι παροδικός. Κι η ψυχική ευφορία τους, ο εθνικός ενθουσιασμός και η οργάνωσή τους επιτακτικά κι αναγκαία έπρεπε να εκφραστεί με ένα κοινό γλωσσικό ιδίωμα.

Ένα από τα αιτήματα, στα οποία οι ξεχωριστές αποβλέψεις όλων όσοι συμμετείχαν στον αγώνα της Παλιγγενεσίας συμπίπτουν και συναιρούνται, πέρα από την ελευθερία ήταν, ήδη από τα προεπαναστιακά χρόνια, και το ιδανικό της «αφύπνισης της εθνικής συνείδησης» μέσα από την Παιδεία. Η ελευθερία έμελλε να κατακτηθεί «με το πέννα και με το πάλα», όπως έλεγε παροτρύνοντάς τα στα σχολιαρόπαιδα ο Σπύρο-Μήλιος στο πολιορκημένο Μεσολόγγι (κι εκείνα, όπως παραδίνει ο Βλαχογιάννης, το στιχάκι «Σπύρο-Μήλιο με το πέννα, Ζάχο-Μήλιο με το πάλα, λευτερώσαν το Ελλάδα και το κάνανε Χειμάρρα»)!

Πολλοί άλλωστε ήταν εκείνοι που όπως θεωρούσαν άκαιρη την επανάσταση (όπως έγραφε ο Κούμας, «από ζήλον εκκλησιαστικόν» έκριναν «θεόσταλτη» τη σκλαβιά, ώστε να προφυλαχθούμε από τις αιρέσεις των Δυτικών), έτσι λόγιζαν αδύνατη την επικράτηση της καθομιλουμένης. Έτσι, μετά την πρώτη περίοδο, όπου η στρατιωτικές νίκες κι η στήριξη στα όπλα ήταν προτεραιότητα, άρχισε να αναβλύζει και πάλι η διαμάχη ανάμεσα στους φορείς του Διαφωτισμού (Αθ. Ψαλλίδας) τους θιασώτες της κοραϊκής «μέσης οδού» (Ν. Βάμβας) και τους αντιδρώντες σε «πάσα καινοτομία» (Κοδρικάς, Φαναριώτες κι ιερατείο, κυρίως).

Το κοραϊκό γλωσσικό ιδίωμα

Τα πρώτα Συντάγματα και τα διατάγματα της επαναστατικής κυβέρνησης συντάχθηκαν μεν σε απλούστερη γλώσσα, αλλά ακολούθησαν το κοραϊκό γλωσσικό ιδίωμα «της μέσης οδού», που παραμέριζε τελείως την καθομιλουμένη και «καθάριζε» και «προσάρμοζε» την αρχαΐζουσα. Ούτως ή άλλως, ακόμη και πριν κατέβουν στα επαναστατημένα χώματα οι δεινοί πολιτικοί Φαναριώτες, οι ντόπιοι προεστοί και το ιερατείο είχαν φροντίσει να αποκλείσουν από τη Γερουσία, πολλές φορές, όπως αποδείχθηκε και στην (αποτυχημένη) πολιορκία της Πάτρας τους στρατιωτικούς, ως επί το πλείστον αγράμματους. Εξάλλου κι η γλώσσα ή καλύτερα οι διάφορες διάλεκτοι που μιλούσαν, διαμορφωμένες από τις γεωγραφικές κι οικονομικές ιδιομορφίες της κάθε περιοχής, ήσαν κι αυτές ακαλλιέργητες και χρειαζόταν για να τις γράψει και χειρισθεί να είναι κάποιος γυμνασμένος γραμματικά και συντακτικά.

Πολύ δύσκολο για τη μεγάλη πλειονότητα των οπλαρχηγών και του απλού λαού, που δεν είχε τη δυνατότητα για σπουδές σε κάποια από τις Σχολές που λειτουργούσαν σε μεγάλα, ως επί το πλείστον εμπορικά κέντρα (Χίο, Κυδωνίες, Πήλιο, Γιάννενα κλπ) ή στην αλλοδαπή. Εξάλλου, ένα σημαντικό κλάσμα των ανθρώπων που έτρεξαν να λάβουν τα όπλα στον Σηκωμό ήσαν έμποροι-λόγιοι και σπουδαγμένοι στο εξωτερικό «γραμματικοί»: συνεπώς η γλώσσα τους, είτε μετριοπαθής, είτε αρχαΐζουσα, αποτυπώνεται και στα πρώτα Διατάγματα.

Κομβική για το πόσο οξύνεται η επικράτηση της αρχαΐζουσας θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τη στιγμή εκείνη όπου η Επανάσταση αρχίζει πιο συγκροτημένα να μεταλλάσσει την αρχική της πολεμική έξαρση, από επαναστατημένη μάζα σε συγκοτημένη θεσμικά, επαναστατική κυβέρνηση. Αποφασιστική καμπή ίσως να αποτελεί η συνομολόγηση του πρώτου δανείου, οπότε κι εδραιώνεται η επιρροή των Φαναριωτών. Η απαίτηση να υπάρχει πεπειραμένο κι ικανό στη διπλωματία και τα οικονομικά προσωπικό για να τα διαπραγματευθεί και να τα διαχειρισθεί.

Μοιραία λοιπόν, η πλάστιγγα έγειρε από τους ιδεολόγους κάθε λογής (στρατιωτικούς, λογίους, έμπορους) στους πολύπειρους και πολύγλωσσους (με κάθε σημασία) Φαναριώτες, που αποτύπωσαν την υπεροχή τους και στη γλώσσα. Όχι μόνον των Διαταγμάτων και νομοθετημάτων, αλλά και σε κάθε λογής έγγραφο, ακόμη και στην επιστολογραφία μεταξύ παραγόντων του πολέμου (πολιτικών και στρατιωτικών), την αλληλογραφία και τις αιτήσεις μεταξύ περιοχών και της κεντρικής κυβέρνησης ή απλών πολιτών, που αρχίζουν και συντάσσονται σε μία κακοσχηματισμένη, και συχνά καταγέλαστη για τον κομπασμό της καθαρεύουσα που βρίθει ρητορείες και αρχαΐζοντα σχήματα.

Οι αγράμματοι οπλαρχηγοί

Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη κι οι αγράμματοι οπλαρχηγοί, που αισθάνθηκαν μειονεκτικά, δεξιώθηκαν αρχαΐζοντες λογίους (σαν τον Π. Σούτσο) ή προσέλαβαν γραμματικούς για να συντάσσουν τις οδηγίες και τις αιτήσεις τους κι ακόμη ακόμη τα απομνημονεύματά τους, σε γλώσσα αρχαΐζουσα, ολότελα ασύμβατη με τον χαρακτήρα, τη στάση και αλλοίωναν την αυθεντικότητα του λόγου τους, ή, όπως στην περίπτωση του Κασομούλη, που καίτοι ημιμαθής θεωρούσε εαυτόν γραμματιζούμενο, να συντάσσουν αρχαιότροπα κείμενα εκτρωματικά.

Επεβλήθη στη δημόσια κι ιδιωτική ζωή μία απολιθωμένη γλώσσα, που με την επικράτηση των προεστών και των Φαναριωτών είχε διατηρήσει τους «μπέικους» προεπαναστατικούς τίτλους, εγκαθιστώντας παράλληλα και νέα «εκλαμπρότατα» και «πριγκιπικά» αξιώματα και τρόπους απεύθυνσης.

Στους εμφυλίους πολέμους του 1824 άλλωστε κορυφώνονται οι διακρίσεις λόγω της έλλειψης παιδείας και το ξεστράτισμα από τα δημοκρατικά ιδεώδη και τα ανανεωτικά σαλπίσματα. Οι τουρκικές διώξεις κι οι εμφύλιοι κατατρεγμοί είχαν αδυνατίσει και τη βούληση για παιδεία, είχαν επίσης, καταστρέψει και κλείσει σχολεία ή αποκαρδιώσει κι εκδιώξει δασκαλους. Πολλοί φωτισμένοι λόγιοι, σαν τον Νεόφυτο Βάμβα, τον Κούμα, τον Βενιαμίν Λέσβιο, φεύγουν ή «αφοπλίζονται».

Και στα σχολεία, που παρά τον ήχο των όπλων οργανώθηκαν και μολονότι στην αρχή αρχή, ορίσθηκαν Επίτροποι για την Παιδεία καινοτόμοι παιδαγωγοί, όπως ο Φαρμακίδης και ο Κωνσταντάς, που πρόκριναν ως μόνη κατάλληλη λύση για τον γρήγορο εγγραμματισμό του έθνους την αλληλοδιδακτική μέθοδο με τη σύνταξη βιβλίων και τη διδαχή στην καθομιλουμένη, σύντομα με την κάθοδο των λογίων και την πολιτική επικράτηση των Φαναριωτών οι αρχαιόπληκτοι ιδεολογικοί οραματισμοί άρχισαν να σχεδιάζουν την ανάσταση της γλώσσας του Πλάτωνα. Δεν είναι τυχαίο που το σχέδιο του Γαζή το 1824 προβλέπει κλασσικά Γυμνάσια, Λύκεια, Πανεπιστήμιο έως και τη σύσταση Ακαδημίας κατά τα γαλλικά πρότυπα , για τη «συνάθροιση και φυλακή των λειψάνων της Ελληνικής αρχαιότητος», όπως συνιστούσε νωρίτερα κι ο Κοραής.

Αλλά και ο Τύπος της εποχής, οι εφημερίδες συντάσσονται όλες από λογιοτάτους, σε αξιοθρήνητη αρχαΐζουσα, που συχνά γελοιοποιούσε με τις λεκτικές και φραστικές ευρεσιτεχνίες της την εποποιΐα των μαχών κι αδυνατούσε να συναρπάσει τον απλό κόσμο: πώς οι πολιορκημένοι και πεινασμένοι απλοί λαϊκοί στο Μεσολόγγι να πληροφορηθούν την πορεία των μαχών και τις οδηγίες, όταν τους δίνονταν σε μία «ακαταλαβίστικη» γλώσσα;

Κι ο Ψαλίδας ψέγει το αρχαΐζον ύφος των «Χρονικών», ενώ ο Ψύλλας, με τον «Διάλογό» του στην «Εφημερίδα των Αθηνών» το 1826 συστήνει «η γλώσσα με την οποία θέλεις να συστηθεί η δημοσιότης, ή η παρρησία, να είναι κι αυτή δημοτική κι ανοικτή εις τον καθένα». Κι ο Γαζής στην ίδια εφημερίδα όταν αναλύει την παράγραφο για την ελευθεροτυπία στον Νόμο της Επιδαύρου, τονίζει πως «ποτέ έθνος δεν είναι ελεύθερον, εάν δεν έχη την άδειαν από τους νόμους» να γράφει, να τυπώνει «ό,τι έχει στον νού του αναφανδόν».

Ο Αγώνας για την απελευθέρωση της Ελλάδας στο τέλος ευοδώθηκε. Όμως ο αγώνας για την κατάκτηση μιας ζωντανής εκφραστικής γλώσσας, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες φωτισμένων ανθρώπων, όπως ο Ψαλίδας ή ο Σολωμός («μήγαρις έχω άλλο στο νού μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα») δεν απεσόβησαν την επικράτηση της καθαρεύουσας. Γλωσσικά, το απελευθερωμένο Γένος για πάνω από έναν αιώνα έμελλε να συνεχίσει έναν λυσσαλέο αγώνα, με μάχες εξίσου σκληρές για να κατακτήσει τελειωτικά ένα κοινό εκφραστικό όργανο για όλους.


Πηγή