«Ναι» στην υιοθεσία παιδιών από παντρεμένα ομόφυλα ζευγάρια είπε το Συμβούλιο της Επικρατείας, κρίνοντας το νόμο 5089/2024 συνταγματικό και σύμφωνο με διατάξεις της ΕΣΔΑ. Παράλληλα συνταγματικός κρίθηκε και ο νόμος που έδωσε το «πράσινο φως» στη σύναψη πολιτικού γάμου μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών.
Κατά την απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της χώρας, η υιοθεσία ανηλίκου από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια «δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού».
Αναφορικά με το Προεδρικό διάταγμα για το γάμο μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου, το δικαστήριο έκρινε ότι «δεν θίγονται οι κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας σχετικά με την τέλεση γάμου και δημιουργία οικογένειας, η τήρηση των οποίων εξακολουθεί να επαφίεται στην ελεύθερη συμμόρφωση των πιστών Χριστιανών Ορθόδοξων πολιτών».
Η απόφαση με αριθμό 392/2026 ελήφθη κατά πλειοψηφία (μειοψήφισαν έξι Σύμβουλοι) προεδρεύοντος του Προέδρου του ΣτΕ Μιχάλη Πικραμμένου και εισηγήτρια τη Σύμβουλο Αναστασία – Μαρία Παπαδημητρίου.
Το σκεπτικό των δικαστών
Για την υιοθεσία παιδιών
«Η αναγνώριση, υπέρ των ομόφυλων έγγαμων ζευγαριών, δικαιώματος από κοινού υιοθεσίας ανηλίκου τέκνου και δικαιώματος υιοθεσίας του νόμιμου τέκνου, βιολογικού ή θετού, του ενός συζύγου από τον άλλο αποτελεί, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 5089/2024, αυτόθροη συνέπεια της αναγνώρισης, με το άρθρο 3 του ν. 5089/2024, δικαιώματος σύναψης γάμου μεταξύ προσώπων του αυτού φύλου. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η διαδικασία τέλεσης υιοθεσίας διέπεται από σύνολο εγγυήσεων που αποβλέπουν στη διακρίβωση και προστασία του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου παιδιού, με την πρόβλεψη (α) διεξαγωγής έρευνας από κατάλληλη κοινωνική υπηρεσία, σε δύο διακριτά στάδια [έλεγχος της κατ’ αρχήν καταλληλότητας και επανέλεγχος ενόψει της υποβολής αιτήματος για την τέλεση συγκεκριμένης υιοθεσίας] και (β) ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Με τα δεδομένα αυτά, η αναγνώριση δικαιώματος υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία, που είχαν ήδη θεσπιστεί και ισχύουν για την υιοθεσία από έγγαμα ετερόφυλα ζευγάρια, δεν προσβάλλει τη συνταγματική προστασία της παιδικής ηλικίας και του υπέρτατου/βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, το οποίο θεμιτώς αναζητείται και διακριβώνεται από τις αρμόδιες αρχές (κοινωνικές υπηρεσίες και, τελικώς, το αρμόδιο δικαστήριο) σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αιτήματος υιοθεσίας, χωρίς να αποκλείεται εκ των προτέρων λόγω φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού των υποψηφίων θετών γονέων. Διαδικαστικές εγγυήσεις προβλέπονται επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 5089/2024, και ως προς τις υιοθεσίες που έχουν ήδη τελεσθεί από ομόφυλα ζευγάρια στο εξωτερικό. Δεν απαιτείται εξάλλου, και δη κατά συνταγματική επιταγή, να μιμείται η υιοθεσία τη βιολογική σχέση του παιδιού με δύο ετερόφυλους γονείς, ώστε το υιοθετούμενο να ανατρέφεται από μητέρα και πατέρα, καθόσον μάλιστα είναι παλαιόθεν επιτρεπτή η υιοθεσία από ένα πρόσωπο, έγγαμο ή άγαμο, η δε υπό συνεχή εξέλιξη κοινωνική πραγματικότητα περιλαμβάνει διάφορα οικογενειακά σχήματα, εκτός της οικογένειας με δύο ετερόφυλους γονείς Με τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα δυσμενούς διάκρισης εις βάρος παιδιών που θα υιοθετηθούν από έγγαμα ομόφυλα ζευγάρια – κατόπιν κρίσης του αρμοδίου δικαστηρίου ότι εξυπηρετείται το συμφέρον του ανηλίκου -, σε σχέση με τα ανατρεφόμενα από δύο ετερόφυλους γονείς και παραβίασης, εκ του λόγου αυτού, της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της προστασίας του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού».
Για τον πολιτικό γάμο μεταξύ ομοφύλων:
«Οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας δεν παραμένουν στατικοί και αναλλοίωτοι στη διαδρομή του χρόνου, αλλά υπόκεινται σε εξέλιξη και αναπροσδιορισμούς. Η συνταγματική κατοχύρωση αυτών δεν κωλύει, συνεπώς, τον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει τις κατά την κρίση του τροποποιήσεις των κανόνων που ρυθμίζουν την εν γένει λειτουργία τους, ο δε έλεγχος του ακυρωτικού δικαστή, ως έλεγχος ορίων, δεν εκτείνεται επί της ορθότητας των ουσιαστικών εκτιμήσεων των επιλογών του νομοθέτη, εφόσον, πάντως, ευρίσκονται εντός του πλαισίου, που θέτει το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις λοιπές συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και αρχές και σύμφωνα με το πνεύμα των εξελισσόμενων κοινωνικών συνθηκών.
Με τις επίδικες ρυθμίσεις του ν. 5089/2024 διευρύνεται ο κύκλος των προσώπων που δύνανται, εφόσον το επιθυμούν, να δεσμευθούν δημοσίως ενώπιον της Πολιτείας σε ισόβια, κατ’ αρχήν, συμβίωση με αμοιβαία αφοσίωση και πίστη, κατά τους όρους του νόμου, ώστε να τύχουν της ειδικής αναγνώρισης και προστασίας που η έννομη τάξη επιφυλάσσει στους έγγαμους πολίτες και στον γάμο ως θεμελιώδη κοινωνικό θεσμό, χωρίς να τροποποιούνται, κατά τα λοιπά, οι κανόνες που διέπουν τη σύναψη, λειτουργία και λύση του γάμου ή να αναιρούνται τα ως άνω βασικά στοιχεία αυτού.
Με την επέκταση, σε πρόσωπα του ιδίου φύλου, του δικαιώματος σύναψης πολιτικού γάμου, ο οποίος, ως σύμβαση του αστικού δικαίου και αμιγώς πολιτειακός θεσμός, απευθύνεται σε όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος και πεποιθήσεων, δεν περιορίζεται ή επηρεάζεται, με οποιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα προσώπων διαφορετικού φύλου να συνάπτουν γάμο, πολιτικό ή θρησκευτικό και να δημιουργούν οικογένεια με την παραδοσιακή έννοια του όρου, σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους, ούτε θίγονται οι κανόνες και παραδόσεις της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας σχετικά με την τέλεση γάμου και δημιουργία οικογένειας, η τήρηση των οποίων εξακολουθεί να επαφίεται στην ελεύθερη συμμόρφωση των πιστών Χριστιανών Ορθόδοξων πολιτών. Εξάλλου, από την αναφορά του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος στην οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους δεν δύναται να συναχθεί ότι μόνον ο γάμος μεταξύ ετεροφύλων και η δι’ αυτού δημιουργούμενη, με την απόκτηση κοινών βιολογικών τέκνων, οικογένεια είναι νοητοί ως θεσμοί προστατευόμενοι από την Πολιτεία, δεδομένου ότι η τεκνοποιία δεν αποτελεί υποχρεωτικό σκοπό του γάμου, η δε απόκτηση και ανατροφή παιδιών λαμβάνει χώρα εν τοις πράγμασι στο πλαίσιο και άλλων σχημάτων, εκτός της ιδρυόμενης με γάμο μεταξύ ετεροφύλων, οικογένειας και η συνταγματική προστασία της οικογένειας, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας αφορούν σε όλες τις μορφές οικογενειακής ζωής, που απαντώνται στη σύγχρονη κοινωνία, σε κάθε μητέρα και κάθε ανήλικο παιδί.
Επομένως η επίδικη ρύθμιση του ν. 5089/2024 δεν αναιρεί τον συνταγματικό σκοπό του γάμου και της οικογένειας, ούτε αντιτίθεται εν γένει στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στο άρθρο 12 της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, ούτε επιβάλλει, ούτε απαγορεύει τη θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Περαιτέρω, η θέσπιση του συμφώνου συμβίωσης ομοφύλων ουδόλως εκώλυε τον νομοθέτη, στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειας που διαθέτει, να εισαγάγει την επίδικη ρύθμιση. Τέλος, η δεδομένη διαχρονική συμβολή της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας στη διαμόρφωση των ηθικών αντιλήψεων του ελληνικού λαού δεν αναιρεί την εξέλιξη αυτών, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, υπό τη σύνθετη επίδραση περισσοτέρων παραγόντων, εν πάση δε περιπτώσει η συνεκτίμηση των κρατουσών στη Χώρα κοινωνικοηθικών αντιλήψεων, ενόψει της θέσπισης ρυθμίσεων που άπτονται ζητημάτων κοινωνικής ηθικής, ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη, την κρίση του οποίου δεν δύναται να υποκαταστήσει ο ασκών εν προκειμένω έλεγχο ορίων ακυρωτικός δικαστής.
Κατά των αποφάσεων για την υιοθεσία τέκνων και τη σύναψη πολιτικού γάμου μεταξύ ομοφύλων είχαν προσφύγει δύο Σωματεία και μία μη αστική κερδοσκοπική εταιρεία.
Πηγή









