Συγκρατημένη φαίνεται ότι θα είναι τελικά η αύξηση του κατώτατου μισθού, καθώς οι νέες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η επανεμφάνιση έντονων πληθωριστικών πιέσεων δημιουργούν ένα πιο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον. Οι εξελίξεις αυτές περιορίζουν τα περιθώρια για μεγάλες μισθολογικές αναπροσαρμογές, οδηγώντας την κυβέρνηση σε πιο προσεκτικές αποφάσεις σε σχέση με τα αρχικά σενάρια που συζητούνταν το προηγούμενο διάστημα.

Σύμφωνα με πληροφορίες της Realnews, η εισήγηση για την αύξηση των κατώτατων αποδοχών θα γίνει από την υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής ΑσφάλισηςΝίκη Κεραμέως, την τελευταία εβδομάδα του μήνα για να τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Απριλίου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που βρίσκονται στο τραπέζι, ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 40 έως 50 ευρώ τον μήνα. Αυτό σημαίνει ότι οι κατώτατες αποδοχές ενδέχεται να διαμορφωθούν από τα 880 ευρώ που είναι σήμερα σε περίπου 920 έως 930 ευρώ μεικτά. Όπως επεσήμανε η Ν. Κεραμέως, στόχος της κυβέρνησης είναι να διευρυνθεί όσο περισσότερο γίνεται το διαθέσιμο εισόδημα, εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, ο σχεδιασμός προβλέπει ότι ο κατώτατος μισθός θα φτάσει τα 950 ευρώ έως το 2027, ενώ ο μέσος μισθός να κινηθεί γύρω στα 1.500 ευρώ, εφόσον το επιτρέψουν οι οικονομικές συνθήκες.

Μέχρι πρόσφατα υπήρχαν εκτιμήσεις ότι ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να κινηθεί ταχύτερα προς τα 950 ευρώ, με πιο γενναία αύξηση ήδη από το 2026. Ωστόσο, η νέα ενεργειακή αναταραχή και η αβεβαιότητα που προκαλεί η γεωπολιτική ένταση επηρεάζουν τις οικονομικές προβλέψεις, καθώς αυξάνεται το ενεργειακό κόστος και ενισχύονται οι πληθωριστικές πιέσεις.

Ακριβότερη ενέργεια

Η άνοδος των τιμών της ενέργειας αρχίζει ήδη να μεταφέρεται σε πολλούς τομείς της οικονομίας. Τα καύσιμα, οι μεταφορές αλλά και βασικά αγαθά εμφανίζουν ανοδικές τάσεις, γεγονός που επηρεάζει άμεσα το κόστος ζωής των νοικοκυριών.

Ταυτόχρονα, αυξάνονται τα λειτουργικά έξοδα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα σε κλάδους που είναι ενεργοβόροι ή εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος πρώτων υλών και μεταφορών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια μεγάλη αύξηση στον κατώτατο μισθό θα μπορούσε να μετακυλιστεί στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, δημιουργώντας έναν νέο κύκλο ανατιμήσεων στην αγορά.

Γι’ αυτόν τον λόγο οικονομικοί αναλυτές αλλά και κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι οι αποφάσεις για την αύξηση των μισθών θα πρέπει να λαμβάνουν υπ’ όψιν τόσο την ανάγκη ενίσχυσης των εισοδημάτων όσο και τη διατήρηση της σταθερότητας στην οικονομία.

Ποιους αφορά

Η επικείμενη αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού αφορά άμεσα περίπου 575.684 εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή περίπου το 22,8% των μισθωτών. Παράλληλα επηρεάζει και περίπου 600.000 δημοσίους υπαλλήλους, καθώς ο κατώτατος μισθός αποτελεί πλέον τη βάση υπολογισμού και για τον εισαγωγικό μισθό στο Δημόσιο.

Η διαδικασία διαβούλευσης για τον καθορισμό του νέου κατώτατου μισθού έχει ήδη ολοκληρωθεί, με τους κοινωνικούς εταίρους και τα επιστημονικά ιδρύματα να καταθέτουν τις προτάσεις τους στο πλαίσιο της διαδικασίας που συντονίζει ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας.

Από τα υπομνήματα που κατατέθηκαν προκύπτει ότι η πλειονότητα των φορέων προκρίνει μια μετριοπαθή αύξηση. Οι περισσότερες εισηγήσεις κινούνται σε ένα εύρος από 2,5% έως 5%, ωστόσο το ποσοστό του 4% φαίνεται να λειτουργεί ως σημείο σύγκλισης ανάμεσα στις διαφορετικές προτάσεις.

Μια αύξηση της τάξης του 4% μεταφράζεται περίπου σε 35 ευρώ μηνιαίως, ένα ποσό που θεωρείται ότι μπορεί να στηρίξει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων χωρίς να δημιουργήσει σημαντικές πιέσεις στις επιχειρήσεις. Με βάση τα σενάρια που εξετάζονται, η τελική αύξηση αναμένεται να κινηθεί κοντά σε αυτά τα επίπεδα.

Στο Δημόσιο, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα ενσωματωθεί στους βασικούς μισθούς όλων των κατηγοριών προσωπικού. Οι δημόσιοι υπάλληλοι αναμένεται να δουν μια αύξηση της τάξης των περίπου 40 ευρώ τον μήνα, ενώ για τους ενστόλους η αύξηση θα διαμορφωθεί ανάλογα με τη βαθμίδα και τα μισθολογικά κλιμάκια.

Κοινωνικοί εταίροι

Μετριοπαθείς αυξήσεις στον κατώτατο μισθό προτείνουν τα περισσότερα επιστημονικά ιδρύματα που συμμετέχουν στη διαδικασία διαβούλευσης. Το ΙΟΒΕ εισηγείται αναπροσαρμογή σε εύρος 2,5% έως 3,5%, υπογραμμίζοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός γενικευμένων αυξήσεων σε όλη την κλίμακα των αμοιβών.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία εκτιμά ότι υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες θα μπορούσε να δοθεί αύξηση έως 4% από την 1η Απριλίου 2026. Οπως επισημαίνει, στόχος είναι να διατηρηθεί η αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παράλληλα, προειδοποιεί για το φαινόμενο της «διάχυσης» του κατώτατου προς τον μέσο μισθό, σημειώνοντας ότι καθεμία ποσοστιαία μονάδα αύξησης στον κατώτατο οδηγεί σε περίπου 0,55 μονάδες αύξησης στον μέσο μισθό.

Το ΚΕΠΕ προτείνει αύξηση μεταξύ 3,5% και 5%, επισημαίνοντας όμως ότι ο ελληνικός κατώτατος μισθός βρίσκεται ήδη σε σχετικά υψηλή αναλογία σε σχέση με τον διάμεσο μισθό. Αυξήσεις άνω του 4% ενδέχεται να επιβαρύνουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας, ιδιαίτερα για τις μικρές επιχειρήσεις. Στο ίδιο περίπου επίπεδο, γύρω στο 4%, κινείται και η εισήγηση του ΙΝΣΕΤΕ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες του τουριστικού κλάδου.

Οι εργοδοτικοί φορείς ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΒΕ δεν απορρίπτουν την αύξηση, αλλά ζητούν να συνοδευτεί από μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Σε διαφορετική κατεύθυνση κινείται η ΓΣΕΕ, η οποία προτείνει κατώτατο μισθό που να προσεγγίζει τα 1.052 ευρώ μεικτά το 2026, επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου στο 60% του διάμεσου μισθού.


enikonomia.gr