Το Β1 Εργατικό Τμήμα του Αρείου Πάγου δικαίωσε οριστικά εργαζόμενους που είναι ταυτόχρονα και συνταξιούχοι. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός πως κάποιος λαμβάνει σύνταξη και συνεχίζει να εργάζεται στην ίδια θέση δεν μπορεί να αποτελεί λόγο απόλυσης. Παράλληλα, αποφάσισε ότι η συνταξιοδότηση από μόνη της δεν επιτρέπει στον εργοδότη να επαναφέρει τον εργαζόμενο στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο, καθώς αυτό θεωρείται μονομερής και επιβλαβής αλλαγή στους όρους εργασίας.

Με την απόφαση 83/2026, ο Άρειος Πάγος δικαίωσε εργαζόμενους–συνταξιούχους που είχαν απολυθεί από τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Μείζονος Περιοχής Βόλου (ΔΕΥΑΜΒ), βάζοντας τέλος και στο ζήτημα των χρηματικών καταλογισμών σε βάρος τους.

Υπενθυμίζεται ότι οι ίδιοι εργαζόμενοι είχαν ήδη δικαιωθεί το 2024 από το Πρωτοδικείο Βόλου, το οποίο είχε αποφασίσει πως δεν είναι νόμιμο να απολύεται κάποιος επειδή είναι συνταξιούχος αλλά συνεχίζει να εργάζεται. Επίσης είχε κριθεί παράνομη και η αυτόματη μεταφορά τους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο του ενιαίου μισθολογίου.

Ακολούθησε ο νόμος 5114/2024, ο οποίος ρύθμισε το ζήτημα της μισθολογικής μεταχείρισης μισθωτών του Δημοσίου και ευρύτερου Δημοσίου τομέα και, παράλληλα, προέβλεψε ότι τυχόν καταλογισμοί αποδοχών θα αίρονταν υπό την προϋπόθεση ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θα καταλάμβανε εργαζομένους που είχαν συνταξιοδοτηθεί και συνέχισαν να εργάζονται από την 24.6.2023, εξαιρώντας όμως αδικαιολόγητα τις υπόλοιπες, όμοιες περιπτώσεις.

Στην συνέχεια η Δ.Ε.Υ.Α. Μείζονος Περιοχής Βόλου άσκησε στον Άρειο Πάγο αναίρεση κατά των αποφάσεων που είχαν δικαιώσει απολυθέντες συνταξιούχους-εργαζομένους το 2024.

Από τους αρεοπαγίτες έγινε δεκτό ότι όλες οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται σε Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας ή Κανονισμούς σχετικά με την αυτοδίκαιη καταγγελία της σύμβασης σε περίπτωση συνταξιοδότησης μισθωτού αποτελούν «ρήτρες μονιμότητας», οι οποίες έχουν καταργηθεί σύμφωνα με τον ν. 4046/2012 και την Π.Υ.Σ. 6/2012 και δέχθηκε ότι η συνταξιοδότηση, από μόνη της, δεν μπορεί να προκαλέσει την επανακατάταξη του μισθωτού στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο του ενιαίου μισθολογίου και, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ο εργαζόμενος «δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως στο μισθολογικό κλιμάκιο του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, αφού στον νόμο δεν προβλέπεται αντίστροφη μισθολογική εξέλιξη».

Παράλληλα, αναφέρεται στην απόφαση ότι «η μετάπτωση του εργαζομένου σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο» συνιστά «μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας» και ότι μοναδική συνέπεια «είναι η μη αξιοποίηση της προϋπηρεσίας για την περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη».

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι που χειρίστηκαν την υπόθεση Σπύρος Μπαλατσούκας και Δημήτρης Βαλαβάνης, μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου, δήλωσαν:

«Τα αντανακλαστικά, πράγματι, του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των περιπτώσεων αυτών μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Πρωτοδικείου Βόλου υπήρξαν άμεσα. Δυστυχώς όμως η τελική ρύθμιση χαρακτηρίσθηκε από περιορισμένη αναδρομική ισχύ και, παρά τις αρκετές δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αυτός ο περιορισμός έχει κριθεί αντισυνταγματικός, δεν έχει υπάρξει θετική κίνηση εκ μέρους του Δημοσίου, με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα υπάλληλοι του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα να απειλούνται με καταλογισμό υπέρογκων ποσών. Με την απόφαση του Αρείου Πάγου επιλύεται πρωτότυπα και σε ανώτατο δικαιοδοτικό βαθμό το συνολικό νομικό ζήτημα και επιβεβαιώνεται ακόμη μία φορά η ανάγκη για συνολική και χάριν της ασφάλειας δικαίου ρύθμιση».


Πηγή