Κανείς δεν απολαμβάνει να περνάει άσχημα σε μία σχέση. Οι άνθρωποι που καταλήγουν επανειλημμένα σε σχέσεις με συναισθηματικά μη διαθέσιμους συντρόφους, δεν το κάνουν επειδή τους αρέσει η παραμέληση ή επειδή έλκονται από το χάος. Γιατί το κάνουν; Μήπως απλώς τους είναι κάτι «οικείο»;

Όταν αναρωτιόμαστε γιατί κάνουμε ξανά και ξανά τα ίδια λάθη, τις ίδιες λάθος επιλογές, το αποδίδουμε σε κακή κρίση ή χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η αλήθεια είναι ότι μπορεί κάποιες φορές να συμβαίνει και αυτό, όμως για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων, ο βασικός λόγος πίσω από αυτά τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα δεν είναι η έλλειψη αυτοσεβασμού ή ευφυΐας.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτά τα μοτίβα είναι πολύ πιθανό να αποτελούν προϊόν της προτίμησης του νευρικού σου συστήματος σε ό,τι ήδη γνωρίζει. Ακολουθούν τρεις λόγοι για τους οποίους αυτό μας οδηγεί να επιλέγουμε συντρόφους που δεν μας κάνουν καλό:

1. Οικείος πόνος VS άγνωστη ασφάλεια

Μία από τις πιο παράξενες αλλά διαχρονικές αλήθειες της ψυχολογίας είναι ότι η οικειότητα μπορεί να μοιάζει πιο ασφαλής από την ευτυχία. Με αυτή την έννοια, όταν μια δυναμική σχέσης μοιάζει με κάτι που ήδη γνωρίζουμε, καταγράφεται πρώτα ως «γνωστό έδαφος» και μετά ως κάτι δυσάρεστο. Όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται, η έρευνα για το «δέσιμο μέσω τραύματος» βοηθά να εξηγηθεί αυτό το φαινόμενο.

Μια μελέτη, που έχει δημοσιευτεί στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Social and Personal Relationships, έδειξε ότι ακόμη και άτομα που βιώνουν σοβαρή συναισθηματική, ψυχολογική ή σωματική κακοποίηση, συχνά αναφέρουν ότι νιώθουν δεμένα με τους ανθρώπους που τα πληγώνουν. Τέτοιοι δεσμοί σχηματίζονται όταν η δυσφορία και η ανακούφιση προέρχονται από την ίδια πηγή. Έτσι, το νευρικό σύστημα μαθαίνει να συνδέει την οικειότητα με το ίδιο άτομο που συνδέει και με την αστάθεια.

Ο εγκέφαλος λαμβάνει τόσο συγκεχυμένα σήματα για το τι είναι αγάπη και τι είναι αστάθεια, που τελικά τα μπερδεύει. Όταν αυτό το «πρότυπο» εσωτερικευτεί, οι σχέσεις που δεν ταιριάζουν σε αυτό το μπερδεμένο σχήμα μπορεί να φαίνονται παράξενα άτονες. Η ηρεμία εκλαμβάνεται ως βαρεμάρα και η ασφάλεια παρερμηνεύεται ως έλλειψη χημείας.

Έτσι, ο οικείος πόνος υπερισχύει της άγνωστης ασφάλειας. Το γεγονός ότι πονάει ωχριά μπροστά στο ότι είναι γνωστό. Και το άγνωστο, ακόμη κι αν είναι αντικειμενικά πιο υγιές, μπορεί να προκαλεί άγχος, απλώς επειδή δεν είναι οικείο.

2. Μαθημένη αντίδραση

Σε μια έρευνα στο Clinical Neuropsychiatry, διαπιστώθηκε ότι το αυτόνομο νευρικό σύστημα σαρώνει διαρκώς το περιβάλλον για ενδείξεις ασφάλειας και κινδύνου και συχνά το κάνει πολύ κάτω από το επίπεδο της συνειδητής μας αντίληψης.

Ωστόσο, σημειώνει ότι το νευρικό μας σύστημα δεν ανταποκρίνεται μόνο σε ό,τι είναι αντικειμενικά ασφαλές. Λαμβάνει επίσης υπόψη τι έχει συμβάλει ιστορικά στην επιβίωσή μας. Αυτό σημαίνει ότι αν η τοξικότητα στις σχέσεις συνδυάστηκε κάποτε με στοργή ή ανακούφιση, το νευρικό σύστημα μπορεί να μάθει να συνδέει αυτά τα μοτίβα με τον δεσμό.

Με άλλα λόγια, το σώμα συνηθίζει σε συγκεκριμένους ρυθμούς σχέσεων. Για παράδειγμα, μπορεί να έχει προσαρμοστεί σε έναν πρώην σύντροφο που μας κρατούσε σε συνεχή επιφυλακή, ακολουθούμενη από στιγμές ηρεμίας όταν επανασυνδεόταν. Αν αυτή η σχέση κράτησε αρκετά, το σώμα μας μπορεί να έμαθε να «πακετάρει» μαζί τα συναισθήματα της προσμονής, της ανακούφισης και της προσκόλλησης. Έτσι, η σχέση δεν έμοιαζε «ζωντανή», επειδή ήταν υγιής, αλλά επειδή ενεργοποιούσε συνεχώς και μετά κατεύναζε προσωρινά την απόκριση στο στρες.

Αυτή η μαθημένη αντίδραση δεν εξαφανίζεται απλώς επειδή κάποιος μπορεί να το κατανοήσει λογικά. Μπορεί να ξέρουμε ότι κάποιος δεν μας κάνει καλό και παρ’ όλα αυτά να νιώθουμε έλξη. Αυτό συμβαίνει γιατί το νευρικό σύστημα διαμορφώνεται από την επανάληψη, σπάνια πείθεται μόνο με τη λογική.

Όταν μπαίνουμε, λοιπόν, σε μια σχέση που δεν έχει αυτά τα γνώριμα «κουμπιά», το νευρικό μας σύστημα μπορεί να μην τη νιώσει ασφαλή εξαρχής. Το να δεθούμε με κάποιον συναισθηματικά σταθερό, διαθέσιμο και προβλέψιμο μπορεί να μας αναστατώσει, απλώς και μόνο επειδή είναι κάτι εντελώς νέο.

3. Σχέσεις και συναισθηματική προβλεψιμότητα

Οι άνθρωποι είναι οργανισμοί που κάνουν προβλέψεις. Βιολογικά και εξελικτικά, είμαστε φτιαγμένοι να προσπαθούμε συνεχώς να προβλέψουμε τι θα συμβεί στη συνέχεια, ιδιαίτερα στις στενές σχέσεις.

Σύμφωνα με μελέτη στο Journal of Child Psychology and Psychiatry, η απρόβλεπτη εμπειρία στην πρώιμη ζωή παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ρύθμισης του στρες, των συναισθηματικών προσδοκιών και των σχεσιακών συμπεριφορών στην ενήλικη ζωή.

Σημαντικό εύρημα της μελέτης είναι ότι η ίδια η απρόβλεπτη φύση -και όχι μόνο οι δυσκολίες- αρκεί για να «ευαισθητοποιήσει» το νευρικό σύστημα. Αν κάποιος λάμβανε ασυνεπείς συναισθηματικές αντιδράσεις από τους γονείς του, όταν ήταν παιδί, ο εγκέφαλός του θα έπρεπε να προσαρμοστεί, με το να επαγρυπνεί υπερβολικά.

Έτσι, αρχίζει να αντισταθμίζει την απρόβλεπτη φύση των πραγμάτων με συνεχή παρακολούθηση, πρόβλεψη και προετοιμασία. Παραμένει σε διαρκή επιφυλακή για οτιδήποτε μπορεί να υποδηλώνει αλλαγή στο συναισθηματικό κλίμα. Αν αυτό γίνει ο κανόνας στα πρώτα χρόνια ζωής -όταν ο εγκέφαλος είναι πιο εύπλαστος- τότε η μόνιμη εγρήγορση γίνεται το «φυσιολογικό».

Γι’ αυτό μπορεί ασυνείδητα να έλκεται κάποιος από σχέσεις που αναπαράγουν αυτό το συναισθηματικό τοπίο και στην ενήλικη ζωή του. Όχι επειδή είναι ευχάριστο, αλλά επειδή το χάος ακολουθεί ένα μοτίβο για το οποίο το σώμα του πιστεύει ότι είναι καλύτερα προετοιμασμένο. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ακόμη και η αστάθεια μπορεί να γίνει προβλέψιμη, αν ζήσει κάποιος μαζί της αρκετό καιρό.


vita.gr