Η έγκριση από τη Βουλή της απόκτησης 36 συστημάτων πυραυλικού πυροβολικού PULS από το Ισραήλ δεν ήταν απλώς ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα για τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Αντιθέτως ήταν το πρώτο, απτό βήμα μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής αποτροπής που «κουμπώνει» σε ένα νέο δόγμα ισχύος, με τεχνολογία από του Ισραήλ, διαλειτουργικότητα και διαρκή συνεκπαίδευση ως βάση που θα αποκτήσουν οι Ένοπλες Δυνάμεις όσο η Άγκυρα ενισχύσει παράλληλα την στρατιωτική της ισχύ.
Kυρίως έχει σαφή πολιτικοστρατηγικό προσανατολισμό, καθώς η Ελλάδα επενδύει σε δυνατότητες που αυξάνουν το κόστος για όποιον επιχειρεί να αμφισβητήσει κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, με την Τουρκία να βρίσκεται στον ορίζοντα της απειλής όπως έδειξαν οι χθεσινές (20.01.2026) δηλώσεις του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας.
Η συνάντηση του Νίκου Δένδια με τον Ισραηλινό ομόλογό του Ίσραελ Κατζ στην Αθήνα, με έμφαση σε συνεργασία για anti-drone δυνατότητες και κυβερνοασφάλεια, επιβεβαίωσε ότι η σχέση περνά σε νέα φάση, όπου δεν κυριαρχούν μόνο οι προμήθειες, αλλά ένα πλέγμα τεχνογνωσίας, επιχειρησιακών διαδικασιών και κοινών δραστηριοτήτων.
Από τη «Σάρισα» του Πυροβολικού στην «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Οι PULS, που εγκρίθηκαν σε κλειστή συνεδρίαση της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής στις αρχές Δεκεμβρίου 2025, με κόστος που κινείται περί τα 650 εκατ. ευρώ, αποτελούν την «αιχμή» της βαθιάς κρούσης για τον Στρατό Ξηράς, με δυνατότητα ενίσχυσης της αποτροπής σε Έβρο και νησιωτικό χώρο.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το μέγιστο βεληνεκές που αποδίδεται στο σύστημα, αλλά η συνολική λογική: μαζική ισχύς πυρός, ποικιλία πυρομαχικών, ταχύτητα σχεδίασης και εκτέλεσης πυρών, και ένα μήνυμα ότι η Ελλάδα δεν περιορίζεται στην άμυνα σημείου, αλλά αποκτά δυνατότητα επιβολής κόστους σε βάθος.
The PULS (Precise & Universal Launching System) is a multiple launch rocket system (MLRS) developed and manufacture by Israeli weapons manufacturer Elbit Systems.
Unlike standard artillery, with PULS there is no need to move artillery units based on the required firing range.… pic.twitter.com/SLEbJ0ivTA
— Zagonel (@Zagonel85) July 22, 2023
Αυτό το πρώτο σκέλος οδηγεί ευθέως στο δεύτερο και ασύγκριτα μεγαλύτερο που αφορά την αντιαεροπορική και αντιπυραυλική «ομπρέλα» ισραηλινής σχεδίασης, τον λεγόμενο «θόλο», που συζητείται ως πακέτο της τάξης των 3 δισ. ευρώ και αποτελεί τον κορμό της στρατηγικής «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Οι επιτροπές, το δίκτυο και η φιλοσοφία αποτροπής
Σύμφωνα με πληροφορίες, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας των PULS, έχουν ήδη ενεργοποιηθεί παράλληλες τεχνικές και επιχειρησιακές γραμμές εργασίας για τα βασικά υποσυστήματα του «θόλου»: Barak, Spyder, David’s Sling και ραντάρ.
Ο στόχος είναι να μεταφραστεί η «αρχιτεκτονική» σε συγκεκριμένες διαμορφώσεις, αριθμούς, χρονοδιάγραμμα και, κυρίως, σε κανόνες εμπλοκής και διασύνδεση με το εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της διευρυμένης συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ. Δεν πρόκειται για μια απλή αγορά οπλικών συστημάτων που θα σταθούν αυτόνομα σε ελληνικό έδαφος.
Η ισραηλινή προσέγγιση, δοκιμασμένη σε πραγματικές συνθήκες υψηλής έντασης, στηρίζεται σε δικτυοκεντρική λογική δηλαδή σε αισθητήρες, C2, εκτοξευτές και αναχαιτιστές που λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα, με ανταλλαγή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο.
Τα επίπεδα του «Θόλου» και ο ρόλος τους
Στο κατώτερο στρώμα, εκεί όπου κρίνεται η επιβίωση δυνάμεων πρώτης γραμμής, νησιών και κρίσιμων εγκαταστάσεων απέναντι σε UAV, ελικόπτερα και χαμηλά ιπτάμενους στόχους, το Spyder AiO προβάλλει ως λύση ταχείας αντίδρασης και υψηλής κινητικότητας, με βλήματα Python-5 και Derby σε πλήρως ολοκληρωμένη πλατφόρμα.
Στο μεσαίο στρώμα, το Barak MX προβάλλει ως «ραχοκοκαλιά» για περιοχική άμυνα, με δυνατότητες αντιμετώπισης αεροσκαφών, UAV και πυραύλων, και με προοπτική κοινής λογικής σε ξηρά και θάλασσα. Το γεγονός ότι η Κύπρος έχει ήδη προχωρήσει στην επιλογή και παραλαβή του Barak MX δείχνει ότι η ισραηλινή ομπρέλα αεράμυνας εξελίσσεται σε περιφερειακό πρότυπο στην Ανατολική Μεσόγειο και λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής» τριμερούς συνεργασίας.
Στην κορυφή του πλέγματος, για την αντιμετώπιση πιο απαιτητικών απειλών, το David’s Sling έχει σχεδιαστεί ως γέφυρα ανάμεσα στην κλασική αντιαεροπορική άμυνα και στην αντιβαλλιστική ικανότητα. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η αξία του δεν είναι μόνο η απόδοση του αναχαιτιστή, αλλά η δυνατότητα να λειτουργήσει ως μέρος μιας ενιαίας εικόνας αεράμυνας, με συνδυασμό αισθητήρων και πολλαπλών «στρωμάτων» αναχαίτισης.
- Ραντάρ EL/M-2084 (ELM-2084 MMR)
Τα ραντάρ είναι το «νευρικό σύστημα». Το EL/M-2084 περιγράφεται από τον κατασκευαστή ως multi-mission radar AESA, με ρόλο σε αεράμυνα και έγκαιρη προειδοποίηση, και αποτελεί κεντρικό αισθητήρα σε ισραηλινές αρχιτεκτονικές αεράμυνας.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα είναι η δημιουργία πλέγματος αισθητήρων που θα αποκαλύπτει χαμηλά ίχνη και θα αντέχει σε περιβάλλον κορεσμού.
Σύστημα εκτόξευσης βαλλιστικού πυραύλου τύπου LORA / REUTERS / Louiza Vradi
«Κλειδί» το C2 και η ελληνική υπογραφή
Το πιο σκληρό παζάρι, όπως προκύπτει από στρατιωτικές πηγές, δεν αφορά μόνο αριθμούς εκτοξευτών ή αποθέματα αναχαιτιστών. Αφορά το ποιος ελέγχει την καρδιά του συστήματος: το Εθνικό Κέντρο Διοίκησης και Ελέγχου, τα πρωτόκολλα, τις διεπαφές, την κυβερνοασφάλεια, τη διαχείριση δεδομένων και την εθνική κυριότητα στην επιχειρησιακή εικόνα.
Η Αθήνα ζητά κάτι παραπάνω από offset αλλά πραγματική βιομηχανική συμμετοχή, με ελληνικό αποτύπωμα σε λογισμικό, ολοκλήρωση, υποστήριξη επιπέδου depot και δυνατότητα εξέλιξης χωρίς μόνιμη εξάρτηση.
Αυτό είναι και το σημείο όπου η συνεργασία με το Ισραήλ μπορεί να μετατραπεί σε αναβάθμιση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, όχι μόνο σε ρόλο υποκατασκευαστή, αλλά ως εταίρου στο «σύστημα των συστημάτων».
Iron Beam: Η αποδέσμευση του προηγμένου λέιζερ
Σε αυτό το περιβάλλον έρχεται το Iron Beam ως το νέο εργαλείο που αλλάζει την οικονομία των αναχαιτίσεων απέναντι σε φθηνά, πολυάριθμα UAV και επιθέσεις κορεσμού. Η Rafael ανακοίνωσε στα τέλη Δεκεμβρίου 2025 την παράδοση του πρώτου επιχειρησιακού συστήματος υψηλής ισχύος λέιζερ Iron Beam στις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από την ανάπτυξη στην επιχειρησιακή ένταξη.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση περί «αποδέσμευσης» αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή ο βασικός κίνδυνος στο Αιγαίο δεν είναι μόνο η ποιοτική απειλή, αλλά και η ποσοτική. Δηλαδή η δυνατότητα μαζικών επιθέσεων με drones, περιπλανώμενα πυρομαχικά και συνδυαστικά πλήγματα που επιδιώκουν να εξαντλήσουν αποθέματα αναχαιτιστών.
ISRAEL DEPLOYS IRON BEAM: THE AIR DEFENSE GAME JUST CHANGED
Israel has officially delivered its first operational Iron Beam laser air-defense system to the IDF, moving from development to live deployment.
This is a strategic breakthrough because Iron Beam can (according to… pic.twitter.com/bYauPw1MK9
— Mario Nawfal (@MarioNawfal) December 28, 2025
Το λέιζερ, με χαμηλότερο οριακό κόστος ανά εμπλοκή και θεωρητικά «μεγαλύτερη αντοχή» σε παρατεταμένη χρήση, μπορεί να λειτουργήσει ως κρίσιμο συμπλήρωμα στις κλασικές πυραυλικές λύσεις, εφόσον ενσωματωθεί σωστά σε C2 και κανόνες εμπλοκής.
Αυτή είναι και η βαθύτερη αξία του Iron Beam στο ελληνικό σχέδιο. Δεν αντικαθιστά Patriot, Barak ή Spyder. Δίνει όμως μια απάντηση εκεί που ο αντίπαλος επενδύει σε φθηνή επίθεση. Και αυτό, απέναντι σε μια Τουρκία που αναπτύσσει μαζικά UAV και δοκιμάζει σενάρια κορεσμού, είναι στρατηγικό μήνυμα.
BlueWhale: Υποθαλάσσια υπεροχή, τεχνογνωσία και ελληνική συμμετοχή
Η διεύρυνση της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας δεν σταματά στον ουρανό. Περνά και κάτω από την επιφάνεια. Η συμφωνία για το BlueWhale, το μεγάλο μη επανδρωμένο υποθαλάσσιο σύστημα της IAI, συνδέει δύο κρίσιμους στόχους: επιχειρησιακή ενίσχυση σε αποστολές επιτήρησης και ανθυποβρυχιακού πολέμου, και ταυτόχρονα βιομηχανική συμμετοχή της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας στην παραγωγή και εξέλιξη.
Σε μια θάλασσα όπου ο ανταγωνισμός μετατοπίζεται προς αισθητήρες, ίχνη, ακουστική εικόνα και «πρώτη επαφή», ένα UUV που μπορεί να επιχειρεί για εβδομάδες και να συλλέγει πληροφορίες με χαμηλό επιχειρησιακό αποτύπωμα δημιουργεί νέο πεδίο επιλογών.

Το ισραηλινό μη επανδρωμένο υποθαλάσσιο σύστημα Bluewhale / REUTERS / Louiza Vradi
Και κυρίως, εντάσσει την Ελλάδα σε ένα κλειστό κλαμπ χωρών που αποκτούν σοβαρές μη επανδρωμένες υποθαλάσσιες δυνατότητες, σε μια εποχή που η υποθαλάσσια ασφάλεια (αγωγοί, καλώδια, λιμένες, ναυτικές βάσεις) εξελίσσεται σε πρώτο κεφάλαιο εθνικής άμυνας.
2026: Ρυθμός, ασκήσεις, διαλειτουργικότητα, κοινά σενάρια
Το πλαίσιο συνεργασίας για το 2026 δεν περιορίζεται σε εξοπλιστικά. Η τριμερής Ελλάδας – Ισραήλ – Κύπρου κινείται προς αύξηση αεροναυτικών ασκήσεων και κοινών δραστηριοτήτων στην Ανατολική Μεσόγειο, με στόχο την επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα.
Αυτή η διάσταση είναι κομβική, γιατί εκεί «γεννιέται» η πραγματική αποτροπή. Οι PULS, ο «θόλος», τα anti-drone και οι υποθαλάσσιες δυνατότητες δεν είναι απλώς συστήματα.
Είναι τρόπος μάχης και ο τρόπος μάχης χτίζεται μέσα από κοινά σενάρια, ανταλλαγή τακτικών, προσαρμογή διαδικασιών και συνεχή δοκιμή σε περιβάλλον που προσομοιώνει την πραγματική απειλή.
Το μήνυμα προς την Άγκυρα και η νέα ισορροπία κόστους
Οι δημόσιες τοποθετήσεις στην Αθήνα, ακόμη και όταν δεν κατονομάζουν, φωτογραφίζουν. Η τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο, οι αμφισβητήσεις, οι εργαλειοποιήσεις κρίσεων και η επιδίωξη «γκριζαρίσματος» δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα επιδιώκει να αφαιρέσει από την Άγκυρα το πλεονέκτημα της πρωτοβουλίας.

Βαλλιστικός πύραυλος αέρος – εδάφους τύπου Air Lora και ισραηλινός πύραυλους cruise αέρος – εδάφους τύπου Wind Demon / REUTERS / Abinaya Kalyanasundaram
Ο στόχος της διευρυμένης συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ είναι διπλός:
- Να αυξηθεί η ικανότητα επιβολής κόστους σε βάθος (PULS και γενικότερη ισχύς κρούσης).
- Να μειωθεί η αποτελεσματικότητα της χαμηλού κόστους επίθεσης (θόλος, anti-drone, Iron Beam, δικτυοκεντρική ενοποίηση), ώστε το σενάριο κορεσμού να μην μετατραπεί σε επιχειρησιακή ή οικονομική αιμορραγία.
Η Τουρκία έχει επενδύσει εδώ και χρόνια σε μαζικά UAV και σε λογική επιθετικής πίεσης με «υβριδικό» αποτύπωμα.
Η απάντηση της Ελλάδας, με ισραηλινή τεχνολογία και δυτική διαλειτουργικότητα, είναι να μεταφέρει το πεδίο σε δικτυοκεντρική άμυνα, έγκαιρη προειδοποίηση, πολλαπλά στρώματα αναχαίτισης και νέα οικονομία εμπλοκών.
Η αίσθηση ότι «η αρχιτεκτονική έχει κλειδώσει» δεν αρκεί. Το πρόγραμμα θα κριθεί από δύο δείκτες:
- Ταχύτητα υλοποίησης: η απειλή δεν περιμένει, και τα παράθυρα ευκαιρίας σε τιμές, γραμμές παραγωγής και πολιτικές αποφάσεις κλείνουν γρήγορα.
- Βιωσιμότητα υποστήριξης: χωρίς ουσιαστική ελληνική συμμετοχή σε C2, ολοκλήρωση, MRO και κυβερνοασφάλεια, καμία ασπίδα δεν μένει λειτουργική για δεκαετίες.
Ακριβώς γι’ αυτό, η διευρυμένη συνεργασία με το Ισραήλ πρέπει να μεταφραστεί σε «μετρήσιμο ελληνικό αποτύπωμα». Να δημιουργήσει τεχνογνωσία, θέσεις εργασίας υψηλής αξίας, δυνατότητα αυτοδύναμης υποστήριξης και περιθώριο αναβάθμισης, ώστε η Ελλάδα να μην αγοράζει απλώς ασφάλεια, αλλά να την παράγει εν μέρει.
Η Ελλάδα μέσω Ισραήλ δεν αναβαθμίζει απλώς οπλικά συστήματα αλλά το μοντέλο αποτροπής της. Από την ισχύ πυρός των PULS μέχρι τον «θόλο» με Barak, Spyder, David’s Sling και ραντάρ, από την αποδέσμευση του Iron Beam μέχρι τα μη επανδρωμένα BlueWhale, η συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ αποκτά χαρακτηριστικά στρατηγικού άξονα.
Σε μια περιοχή όπου η Τουρκία επιδιώκει να παράγει τετελεσμένα μέσω πίεσης, η απάντηση που οικοδομείται είναι ένα πλέγμα που κάνει την κρίση πιο δύσκολη για τον αντίπαλο να τη σχεδιάσει, και πολύ ακριβή να τη δοκιμάσει. Και αυτός είναι ο πραγματικός ορισμός της αποτροπής.
Πηγή: OnAlert.gr – Ρεπορτάζ: Κώστας Σαρικάς









